ΓΙΑΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ;

Εφημερίδα “ΕΘΝΟΣ”, 29/01/2006

 

Όσο διευρύνεται ο δημόσιος διάλογος περί Αναθεώρησης, τα περίπλοκα διλήμματα και οι αντίθετες ή αντιφατικές απόψεις φαίνεται μάλλον να αποπροσανατολίζουν παρά να διευκολύνουν τον πολίτη να κατανοήσει τα κρίσιμα συνταγματικοπολιτικά προβλήματα: Χρειάζεται Αναθεώρηση; Αν ναι, γιατί; Μήπως δεν είναι «καλό» το Σύνταγμά μας; Μήπως απέτυχε η Αναθεώρηση του 2001; Είναι στη σωστή κατεύθυνση οι προτάσεις Καραμανλή; Και, περαιτέρω, στα επιμέρους, πιο ειδικά ζητήματα: Τι επιφέρει η συνταγματική πρόβλεψη για ιδιωτικά ΑΕΙ; Απειλείται η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων; Κινδυνεύει το περιβάλλον; Τι συνεπάγεται η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου; Πρέπει να αλλάξουν οι σχέσεις κράτους και Εκκλησίας;

Ο κατάλογος των ερωτημάτων θα μπορούσε να γεμίσει πολλές σελίδες. Για τον πολίτη, αλλά και για τον ίδιο το βουλευτή που συμβαίνει να μην είναι συνταγματολόγος ή έστω νομικός, τα ερωτήματα αυτά μπορεί να φανούν είτε εντελώς απρόσιτα είτε επιδεχόμενα μία απλή, καταφατική ή αρνητική, απάντηση. Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις θα ήταν λανθασμένες. Τα προηγούμενα ερωτήματα είναι κατεξοχήν πολιτικά. Αφορούν το βασικό πλαίσιο της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης στη χώρα μας. Άρα είναι σημαντικά ερωτήματα που αφορούν όλους. Και υποχρέωση των ειδικών είναι να τα καταστήσουν πιο προσιτά, ώστε να γίνει αντιληπτό στον καθένα ακριβώς τι διακυβεύεται σε κάθε ζήτημα. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση αποτελεί εξαπάτηση του ελληνικού λαού, είτε ως επικίνδυνος απλουστευτικός λαϊκισμός είτε ως επιστημονικοφανής επιπολαιότητα.

Ας σταθούμε σήμερα στα τρία βασικότερα ερωτήματα:
1ο ερώτημα: Είναι η πρωτοβουλία Καραμανλή για την Αναθεώρηση ένας απλός κομματικός ελιγμός;
Ασφαλώς ο χρόνος και ο τόπος που επέλεξε ο Πρωθυπουργός για να εξαγγείλει την Αναθεώρηση αποσκοπούσε σε πολιτικά οφέλη, ίσως ακόμη στο να αποσπαστεί η προσοχή της κοινής γνώμης από άλλα, τρέχοντα προβλήματα. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι μειώνεται η σημασία της αναθεωρητικής πρωτοβουλίας. Το ζητούμενο δεν είναι αν επικοινωνιακά θα βγει κερδισμένη η Ν.Δ. ή το ΠΑ.ΣΟ.Κ., αλλά εάν χρειάζεται και σε ποια κατεύθυνση η Αναθεώρηση.
2ο ερώτημα λοιπόν: Χρειάζεται Αναθεώρηση;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη ούτε μονολεκτική. Συνοπτικά όμως: Ναι, κατ’ αρχάς χρειάζεται να αλλάξουν οι διατάξεις που αποδείχθηκαν άστοχες. Κλασικό πλέον το παράδειγμα, πανθομολογούμενη η αναγκαιότητα, πλήρης ξαφνικά ομοφωνία (και ας ήταν ελάχιστοι όσοι τόλμησαν εξ αρχής, από το 2001, να το δηλώσουν), ότι η διάταξη περί βασικού μετόχου εξέθεσε διεθνώς την Ελλάδα χωρίς να πετύχει τίποτα ως προς τη διαφάνεια του πολιτικού και διοικητικού συστήματος. Χρειάζεται όμως Αναθεώρηση μόνο για τέτοιου είδους αλλαγές ή υπάρχει κάτι περισσότερο; Αναθεώρηση απαιτείται και για να ενσωματωθούν στο Σύνταγμα μεταρρυθμίσεις που θα συμβάλουν περαιτέρω στον εκσυγχρονισμό του πολιτικού συστήματος, στην καλύτερη λειτουργία του κράτους, στην προστασία του πολίτη από τους νέους κινδύνους που τον απειλούν στην «κοινωνία του ρίσκου».
Εδώ ανακύπτει ωστόσο το 3ο ερώτημα: Μήπως από την προηγούμενη απάντηση συμπεραίνεται ότι η Αναθεώρηση του 2001 απέτυχε να δώσει λύσεις σε σειρά σημαντικών ζητημάτων;
Αρκετοί σπεύδουν, καθένας για δικούς του λόγους, να χαρακτηρίσουν την Αναθεώρηση του 2001 ως άτολμη, άνευρη, άχρωμη, χωρίς όμως αυτά που αντιπροτείνουν να κομίζουν κάτι ιδιαίτερο. Κλασικό παράδειγμα στο σημείο αυτό, το ζήτημα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας που δεν αντιμετωπίστηκε, ενώ ασφαλώς θα έπρεπε. Γιατί δεν αντιμετωπίστηκε όμως; Διότι τα κόμματα, και ακόμη περισσότερο κάθε βουλευτής ξεχωριστά, αλλά ακόμη ευρύτερα η ίδια η ελληνική κοινωνία, φαίνεται ότι δεν είχε την ωριμότητα ή την ετοιμότητα μιας τέτοιας αλλαγής. Θα μπορούσε το ζήτημα της σχέσης κράτους-Εκκλησίας να αποπροσανατολίσει όλη την Αναθεώρηση, οδηγώντας σε ένα αναχρονιστικό ιδεολογικό «εμφύλιο πόλεμο» με άδηλα αποτελέσματα, αν ληφθεί υπόψη ότι για ένα συγκριτικά επουσιώδες και νομικά απλούστατο ζήτημα όπως η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, προκλήθηκε τεράστια ένταση.
Η Αναθεώρηση του 2001 ήταν μια μεγάλη τομή για τον πολιτικό και συνταγματικό μας πολιτισμό. Για πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε στη σύγχρονη ελληνική ιστορία μια Αναθεώρηση χωρίς πολιτικές ή πολιτειακές ανωμαλίες, με σεβασμό των διαδικασιών, καλύπτοντας όλα τα κεφάλαια του Συντάγματος και επιτυγχάνοντας ευρύτατες συναινέσεις στα περισσότερα θέματα. Μια Αναθεώρηση που επέφερε σημαντική ενίσχυση των δικαιωμάτων και επιμέρους εκσυγχρονιστικές παρεμβάσεις στο πολιτικό σύστημα. Η νέα Αναθεώρηση είναι χρήσιμο να προχωρήσει ακόμη πιο πέρα, βασισμένη στο νομικό, πολιτικό και συμβολικό κεκτημένο της Αναθεώρησης του 2001, που επιτεύχθηκε με μια πρωτοφανή συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα μας.
Ο ανοιχτός δημόσιος διάλογος για την Αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχία της. Και τούτο γιατί επιτυχημένη Αναθεώρηση δεν σημαίνει μόνο θέσπιση εύστοχων, ρηξικέλευθων, νομοτεχνικά άρτιων ή δικαιοπολιτικά ισορροπημένων ρυθμίσεων, αλλά και ότι το Σύνταγμα ανανεώνει ή ενδυναμώνει τη συμβολική του ισχύ. Για να επιτευχθεί αυτή η συμβολική λειτουργία του Συντάγματος, για να ενισχυθεί ο «συνταγματικός πατριωτισμός», για να συμβάλει εν τέλει η Αναθεώρηση στην καλύτερη λειτουργία της πολιτείας, απαιτείται η ευρύτερη συμμετοχή της κοινωνίας πολιτών στην αναθεωρητική διαδικασία. Και η συμμετοχή προϋποθέτει ενημέρωση.