Η ΓΕΝΙΑ ΤΩΝ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ

Εφημερίδα “ΕΘΝΟΣ”, 29/01/2008

Τα πανεπιστήμια και τα ανώτατα τεχνολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα βρίσκονται πάλι σε αναβρασμό. Οι φοιτητές ξεκίνησαν νέες κινητοποιήσεις, που αναμένεται να φουντώσουν μετά το πέρας της εξεταστικής περιόδου του Φεβρουαρίου και, ιδίως, μόλις το Υπουργείο Παιδείας δημοσιοποιήσει το εξαγγελθέν σχέδιο νόμου για τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών. Το σύνθημα που κυριαρχεί στις φοιτητικές διαμαρτυρίες δεν αφορά όμως μόνο τις σπουδές καθεαυτές, αλλά ευρύτερα τη μελλοντική ένταξη των πτυχιούχων στην αγορά εργασίας και τους όρους συμμετοχής τους στην κοινωνική και οικονομική ζωή: «Δεν θα γίνουμε η γενιά των ανασφάλιστων». Ένα σύνθημα το οποίο απηχεί την κοινωνική ανασφάλεια και την ατομική αβεβαιότητα, που φαίνεται ήδη να είναι τμήμα της σημερινής πραγματικότητας των νέων. Η γενιά των 700 ευρώ, της ανασφάλιστης εργασίας, των άνεργων πτυχιούχων διαμαρτύρεται για ένα εκπαιδευτικό σύστημα που πλέον δεν προάγει την κοινωνική κινητικότητα, τη βελτίωση των όρων κοινωνικής και επαγγελματικής ένταξης ή έστω την ουσιαστική παιδεία των αποφοίτων του, αλλά αντίθετα φαίνεται να οδηγεί, σε σημαντικό βαθμό, στην αναπαραγωγή κοινωνικών ανισοτήτων.

Το βασικό πρόβλημα της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα δεν είναι ασφαλώς το νομικό καθεστώς των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών. Ωστόσο η επαγγελματική ισοτιμία που κατοχυρώνεται για τα πτυχία που χορηγούν όσα ΚΕΣ είναι συνδεδεμένα με ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, σύμφωνα με την κοινοτική Οδηγία 2005/36 ΕΚ, πράγματι μετατρέπει τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών σε ισχυρούς ανταγωνιστές της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη ότι η διαφορά μεταξύ επαγγελματικής και ακαδημαϊκής ισοτιμίας είναι στην πράξη επουσιώδης. Δυστυχώς τα περιθώρια που έχει πλέον σήμερα η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας ως προς τον τρόπο ενσωμάτωσης της Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Η χώρα μας, προκειμένου να μην διασυρθεί από τα κοινοτικά όργανα, είναι αναγκασμένη να ενσωματώσει την Οδηγία, επιβάλλοντας πάντως στα ΚΕΣ τις ευρύτερες δυνατές ακαδημαϊκές εγγυήσεις.

Ποια μπορεί όμως να είναι η απάντηση της ελληνικής πολιτείας μπροστά σε αυτά τα δεδομένα και ενόψει του εντεινόμενου πλέον ανταγωνισμού μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης, που υποθάλπτει περαιτέρω τις εκπαιδευτικές-κοινωνικές ανισότητες και την υποβάθμιση της «χρηστικής αξίας» των πτυχίων των δημόσιων πανεπιστημίων; Πρώτα απ’ όλα, μια πραγματική μεταρρύθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου, μετά από ουσιαστικό δημόσιο διάλογο, αντί για την ανούσια και αδιέξοδη τροποποίηση του νόμου-πλαισίου που επιχείρησε η παρέμβαση Γιαννάκου το 2007. Επίσης, ο σχεδιασμός μιας δημόσιας πολιτικής που θα διασυνδέει το εκπαιδευτικό σύστημα με την αγορά εργασίας και θα κατοχυρώνει επαγγελματικά δικαιώματα με αντίκρισμα για τους πτυχιούχους. Και, ακόμη σημαντικότερο ενόψει της «έξωθεν ανωτατοποίησης» των ΚΕΣ, η διασφάλιση της ελεύθερης πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση για όλους τους αποφοίτους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ως κοινωνικού δικαιώματος που θα απέτρεπε τη σταδιακή μεταμόρφωση της πανεπιστημιακής μόρφωσης σε συνιστώσα αναπαραγωγής ταξικών σχέσεων.

Ο ξύλινος λόγος της πολιτικής τάξης και οι κούφιες, επαναλαμβανόμενες υποσχέσεις για καλύτερες σπουδές και για κατοχύρωση επαγγελματικών δικαιωμάτων δεν φαίνεται να πείθουν πλέον τους φοιτητές και τους νέους πτυχιούχους. Η εξέγερσή τους είναι απόλυτα δικαιολογημένη. Μια πολιτεία που δεν κατορθώνει να δώσει απαντήσεις σε τόσο κρίσιμα ζητήματα κινδυνεύει να τεθεί τελικά μπροστά σε μια ευρύτερη κοινωνική απαξίωση και να χαρακτηριστεί ως μια παρακμάζουσα πολιτεία και ως ένα πολιτικό σύστημα σε βαθειά κρίση.