Οι τρεις πράξεις του δράματος των υποκλοπών. Ομιλία στην Εκδήλωση: Υποκλοπές και απόρρητο που διοργάνωσε το ETERON

iEidiseis, 9.12.2022

Ι.

Είναι μια ευκαιρία σήμερα που βρισκόμαστε στο ίδιο πάνελ, στο πρόσωπο της κυρίας Αικατερίνης Παπανικολάου να εκφράσω την βαθιά αναγνώριση για το σημαντικό έργο που έχει επιτελέσει όλο αυτό το διάστημα η ΑΔΑΕ, μέσα σε ένα εμφανώς αντίξοο περιβάλλον.

Χάρη στην ΑΔΑΕ αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων, παρά τα πενιχρά μέσα τα οποία έχει στη διάθεσή της με ευθύνη της κυβέρνησης, ενώ παράλληλα επέδειξε σθεναρή στάση κατά τις διαρκείς επιτόπιες επισκέψεις στην ΕΥΠ, σε παρόχους τηλεπικοινωνιών και αλλού. Η ΑΔΑΕ διέσωσε την τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας μπροστά σε ένα κορυφαίο σκάνδαλο, λειτουργώντας κατ’ ουσίαν ως το μοναδικό θεσμικό αντίβαρο απέναντι σε μία κυβερνητική πλειοψηφία η οποία όχι μόνο δεν διευκόλυνε το έργο της αλλά φαίνεται να λειτούργησε με όρους συγκάλυψης του σκανδάλου.

ΙΙ.

Το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως ένα θεατρικό δράμα με τρεις πράξεις.

Α. Η πρώτη πράξη είναι όσα συνέβησαν μέχρι την αποκάλυψη του σκανδάλου. Ποια είναι αυτά;

  1. Η άρση του απορρήτου με την αόριστη επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας για έναν ιλιγγιώδη αριθμό προσώπων, περίπου 16 χιλιάδων το 2021 και λίγο και λίγο μικρότεροι αριθμοί τα προηγούμενα χρόνια, παραβιάζοντας κατάφωρα το Σύνταγμα που στο άρθρο 19 παρ. 1 προβλέπει ότι η άρση του απορρήτου πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση μία στενά καθοριζόμενη εξαίρεση.

Ταυτόχρονα διαπιστώνουμε ότι οι διατάξεις για την άρση του απορρήτου είναι αναιτιολόγητες και υπογράφονται από μία εισαγγελέα η οποία έχει ενσωματωθεί πλήρως στην ΕΥΠ, κατά έναν εύστοχο όρο έχει ιδρυματοποιηθεί και στην πράξη ο έλεγχος που πραγματοποιεί επί των εισηγήσεων της ΕΥΠ είναι εντελώς προσχηματικός.

  • Ο τρόπος που λειτουργεί η ΕΥΠ αναδεικνύεται ότι προσομοιάζει σε ένα βαθύ κράτος το οποίο είναι εγκιβωτισμένο στο λεγόμενο επιτελικό κράτος, με τη συγκέντρωση της διοικητικής και πολιτικής εποπτείας στα χέρια του ίδιου του πρωθυπουργού, ο οποίος αναλαμβάνει πολιτικός και διοικητικός προϊστάμενός της αμέσως μετά τις εκλογές του Ιουλίου 2019 και διορίζει ως διοικητή της ΕΥΠ πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του, τροποποιώντας το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τα προσόντα που πρέπει να διαθέτει ο διοικητής της ΕΥΠ ώστε να πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις.
  • Με αφορμή την υπόθεση Κουκάκη ψηφίζεται τον Μάρτιο του 2021 η τροπολογία για τη μη ενημέρωση των παρακολουθούμενων από την ΑΔΑΕ μετά το πέρας της παρακολούθησης, ρύθμιση η οποία αντίκειται στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
  • Υποβαθμίζεται με κάθε τρόπο ο ρόλος της ΑΔΑΕ ως συνταγματικά αρμόδιας αρχής για όλα τα θέματα που αφορούν το απόρρητο των επικοινωνιών, με την υποστελέχωσή της, την έλλειψη ηλεκτρονικού αρχείου, τη σιωπηρή απόρριψη όλων των αιτημάτων και ερωτημάτων της και άλλα που μπορεί καλύτερα από εμένα να σας αναπτύξει η κυρία Παπανικολάου στη συνέχεια.
  • Χάρη στην ερευνητική δημοσιογραφία έρχονται στο φως ισχυρές ενδείξεις ότι η ΕΥΠ χρησιμοποιούσε το παράνομο λογισμικό Predator για την παράλληλη παρακολούθηση προσώπων.

Τις προηγούμενες αντισυνταγματικότητες και ασυμβατότητες προς την ΕΣΔΑ επισήμανε σχεδόν ομόφωνα όλος ο νομικός κόσμος. Ακόμα και ο Υπουργός Επικρατείας, σε άρθρο του στις 20 Νοεμβρίου σημειώνει ότι η άρση απορρήτου του κυρίου Ανδρουλάκη «αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για την ανάδειξη σοβαρών συστημικών παθολογιών».

Β. Η δεύτερη πράξη του δράματος εκτυλίσσεται αμέσως μετά την αποκάλυψη των αντισυνταγματικών επισυνδέσεων. Η παραίτηση του γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού και του διοικητή της ΕΥΠ δεν μπορούν να καλύψουν την άρνηση του πρωθυπουργού να αναλάβει την πολιτική ευθύνη, ο οποίος υποστήριξε ότι οι επισυνδέσεις έγιναν νόμιμα.

Ταυτόχρονα, αντί η δικαιοσύνη να προχωρήσει σε ταχεία διερεύνηση της υπόθεσης επικεντρώνεται σε έρευνα για το πώς έφτασαν οι κρίσιμες πληροφορίες στα χέρια των ερευνητών δημοσιογράφων που αποκάλυψαν το σκάνδαλο.

Την ίδια περίοδο η ΕΥΠ ανακοινώνει ότι εκ παραδρομής έχουν καταστραφεί τα αρχεία παρακολούθησης των Ανδρουλάκη και Κουκάκη, ενώ το έργο της ΑΔΑΕ συνεχίζει να αντιμετωπίζεται με τρόπο θα έλεγα εχθρικό.

Ωστόσο η σοβαρότερη διάσταση αυτής της δεύτερης πράξης του δράματος είναι ο τρόπος που λειτουργεί η κοινοβουλευτική πλειοψηφία στη Βουλή. Τόσο στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας όσο και στην εξεταστική επιτροπή που συγκροτήθηκε για τη διερεύνηση του σκανδάλου, η κυβερνητική πλειοψηφία αποδέχεται κατά παράβαση του Κανονισμού της Βουλής την επίκληση του απορρήτου της ΕΥΠ από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα που καλούνται σε ακρόαση ή ως μάρτυρες. Αποτέλεσμα είναι ο ευτελισμός των κοινοβουλευτικών διαδικασιών και ειδικότερα του κοινοβουλευτικού ελέγχου, με όρους θεσμικού φιάσκου. Έτσι αναδεικνύεται ένα δεύτερο σκάνδαλο που αναφύεται μέσα στο σκάνδαλο των παρακολουθήσεων, δηλαδή το σκάνδαλο της συγκάλυψης σε όλα τα επίπεδα των κρατικών λειτουργιών.

Γ. Και φτάνουμε στην τρίτη πράξη του δράματος, η οποία εκτυλίσσεται μπροστά τα μάτια μας αυτές τις μέρες και αφορά τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης που υποτίθεται ότι αποκαθιστά τη συνταγματική νομιμότητα, ενώ στην πραγματικότητα βρίθει αντισυνταγματικών ρυθμίσεων και διατάξεων που αντίκεινται στην ΕΣΔΑ. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν:

1. Η υπέρμετρη διεύρυνση της έννοιας της εθνικής ασφάλειας,

2. Η δυνατότητα ενημέρωσης των παρακολουθούμενων αφού περάσουν τρία ολόκληρα χρόνια από το πέρας της παρακολούθησης και

3. Η συνεχιζόμενη απαξίωση της συνταγματικής αποστολής της ΑΔΑΕ, την οποία το νομοσχέδιο αγνοεί με τρόπο εξόφθαλμα και εξοργιστικά. Είναι γεγονός ότι μετά τις ηχηρές παρεμβάσεις του νομικού και πολιτικού κόσμου, δικαστικών ενώσεων, της ίδιας της ΑΔΑΕ, της ΑΠΔΠΧ και της κοινωνίας πολιτών κατά το στάδιο της διαβούλευσης η νέα εκδοχή του νομοσχεδίου που παρουσιάστηκε προχθές είναι βελτιωμένη. Παρ’ όλα αυτά, προβλήματα όπως αυτά που προανέφερα δεν έχουν διορθωθεί.

Τα τρία στάδια του σκανδάλου των παρακολουθήσεων στα οποία αναφέρθηκα αποκαλύπτουν ανάγλυφα κάτι πολύ σοβαρότερο. Πρώτα απ’ όλα ότι η ανεξέλεγκτη λειτουργία της ΕΥΠ ενσωματώθηκε μέσα στον μηχανισμό του λεγόμενου επιτελικού κράτους στο πλαίσιο ενός σχεδίου υπερσυγκέντρωσης της εξουσίας στο κέντρο διακυβέρνησης.

Δεύτερον, ότι τα σημαντικότερα αντίβαρα απέναντι στην εκάστοτε κυβέρνηση, δηλαδή η δικαιοσύνη και οι ανεξάρτητες αρχές αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά. Τρίτον, ότι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος που έχει θεμελιώδη σημασία για τη διαφάνεια της κρατικής δράσης, απαξιώθηκε πλήρως.

Ο συνδυασμός των τριών προηγούμενων στοιχείων μας θέτει μπροστά σε μία δυστοπική πολιτειακή πραγματικότητα, δηλαδή αυτό το οποίο επισημαίνουν διεθνείς οργανισμοί και ανεξάρτητες οργανώσεις σχετικά με την υποχώρηση των δικαιοκρατικών θεσμών και των δικαιωμάτων στην Ελλάδα.

III.

Κλείνω με μια αναφορά στις προτάσεις που περιλαμβάνει το report Τσαραπατσάνη σε μια σειρά από κρίσιμα θέματα.

Πρώτα απ’ όλα η έννοια της εθνικής ασφάλειας πρέπει κατά το Σύνταγμα να ορίζεται στενά, ως προστασία της εδαφικής ακεραιότητας και του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Δεύτερον η απόφαση της άρσης του απορρήτου πρέπει να ανατεθεί σε πολυπρόσωπο όργανο και να είναι επαρκώς αιτιολογημένη, περιλαμβάνοντας το ονοματεπώνυμο του παρακολουθούμενου. Ειδικά για κρατικούς αξιωματούχους και πολιτικά πρόσωπα απαιτούνται αυξημένες εγγυήσεις όπως η έγκριση από ειδική επιτροπή της Βουλής.

Ως προς την ενημέρωση των παρακολουθούμενων από την ΑΔΑΕ πρέπει να επιστρέψουμε στο προϊσχύον καθεστώς με την προσθήκη ότι η ΑΔΑΕ θα μπορεί να ενημερώνει επίσης για τους λόγους και τη διάρκεια άρσης του απορρήτου.

Εξαιρετικά σημαντική είναι η αναβάθμιση του νομικού πλαισίου και των πόρων που έχει στη διάθεση της η ΑΔΑΕ.

Ως προς τη δικαστική προστασία των θιγόμενων είναι πολύ ενδιαφέρουσα η πρόταση για τη δημιουργία ειδικής διαδικασίας ενώπιον του ΣΤΕ με αντικείμενο την αναγνώριση της παρανομίας σε εν εξελίξει διαδικασία άρσης του απορρήτου. Και τέλος, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ρητά η υποχρέωση των προσώπων που καλούνται στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής να ενημερώνουν χωρίς να επικαλούνται την υποχρέωση εχεμύθειας.