ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΑΝΟΙΧΤΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΟΛΙΤΩΝ

Εφημερίδα “ΗΜΕΡΗΣΙΑ”, 31/12/2005

 
Το 2006 θα είναι έτος έναρξης του επιστημονικού και πολιτικού διαλόγου για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Πριν από δέκα μέρες αυτό θα αποτελούσε μία εύλογη πρόβλεψη, λαμβανομένου υπόψη ότι τον Απρίλιο συμπληρώνεται το αναγκαίο κατά το Σύνταγμα χρονικό διάστημα της πενταετίας για την εκκίνηση μιας νέας αναθεωρητικής πρωτοβουλίας. Άλλωστε αρκετές διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, με πιο προβεβλημένη την περίφημη παράγραφο 9 του άρθρου 14 περί βασικού μετόχου, έχουν κριθεί στην πράξη αμφίσημες, ανεφάρμοστες ή αναποτελεσματικές, καθιστώντας τη συνταγματική αναθεώρηση την πιο ενδεδειγμένη λύση για να ανακτήσει το Σύνταγμα, στα επίμαχα αυτά πεδία, τη θεσμική του «λειτουργικότητα». Από την 22η Δεκεμβρίου το αναθεωρητικό εγχείρημα δεν αποτελεί πλέον μια απλή πρόβλεψη, αλλά μία βεβαιότητα, καθώς εξαγγέλθηκε από τον πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή κατά την αγόρευσή του στην κοινοβουλευτική συζήτηση για τον προϋπολογισμό.
Από τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που επέλεξε ο πρωθυπουργός για να ανακοινώσει την πρόθεση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να κινήσει τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος δεν προοιωνίζονται πάντως θετικές εξελίξεις. Η συζήτηση για τον προϋπολογισμό αποτελεί ως γνωστόν πεδίο συνολικής κομματικής αντιπαράθεσης και η υπερψήφισή του συνιστά οιονεί ψήφο εμπιστοσύνης για την Κυβέρνηση. Η συζήτηση αυτή ενέχει από τη φύση της τα στοιχεία της σύγκρουσης, της κομματικής έντασης, της πολιτικής αντιμαχίας. Διαλέγοντας ο πρωθυπουργός να θέσει το ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης σε μία τέτοια συγκυρία κατ’ ουσίαν υποβιβάζει τη σημασία της αναθεωρητικής λειτουργίας και υποσκάπτει το συμβολικό της περιεχόμενο. Η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μία διαδικασία που απαιτεί πολιτική συναίνεση, τόσο ενόψει της συγκεκριμένης λειτουργίας που επιτελεί το Σύνταγμα όσο και ενόψει των αυξημένων πλειοψηφιών και των σύνθετων διαδικασιών που προβλέπονται για την αναθεώρησή του. Εισάγοντας το κορυφαίο αυτό πολιτειακό ζήτημα σε ένα συγκρουσιακό περιβάλλον, διακυβεύεται εν σπέρματι η συναινετική διάσταση του εκκολαπτόμενου αναθεωρητικού εγχειρήματος.
Από την άλλη πλευρά η πρωθυπουργική εξαγγελία της αναθεώρησης ενέχει και μία θετική πλευρά, καθώς έγινε λόγος για την ανάγκη ευρύτατου δημόσιου διαλόγου. Η πρωθυπουργική αυτή δήλωση θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως προϊόν επίγνωσης ότι το Σύνταγμα της πλουραλιστικής δημοκρατίας συγκροτείται ως ένα σύστημα κανόνων για την επίλυση των συγκρούσεων συμφερόντων, διαμορφώνοντας μόνιμους και σταθερούς θεσμούς ελεύθερης έκφρασης των ποικίλων αξιών και εξισορ­ρόπησης των αντίθετων συμφερόντων. Σε μια πλου­ραλιστική κοινωνική και πολιτική πραγμα­τικότητα, το Σύνταγμα αποτελεί το πεδίο όπου αποτυπώ­νονται τα στοι­χεία που συνέχουν την κοινωνία. Κατά προέκταση, η ίδια η θέσπιση και η τροποποίηση του Συντάγματος απαιτεί την αναζήτηση των κοι­νών σημείων αναφοράς της κοινωνίας και την επιδίωξη της συναινετικής διαμόρφωσης των θεμελιωδών αρχών επίλυσης των -οριζόντιων και κάθετων- πολιτικών και κοι­νω­νικών αντιμαχιών.
Στο πλαίσιο της πλουραλιστικής δημοκρατίας το Σύνταγμα τείνει σταδιακά να αποβάλλει τα χαρακτηριστικά ενός μηχανισμού κωδικοποίησης, αναπαραγωγής και επιβολής μιας κυρίαρχης ιδεολογίας και μεταμορφώνεται σε ένα αξιακά ανοιχτό σύστημα υποδοχής των επάλληλων συναινέσεων που διαμορ­φώνονται στην κοινωνία. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αξίες που συνυπάρχουν στο Σύνταγμα τί­θενται υπεράνω ανταγωνισμών ή αντιφάσεων. Όμως οι αξίες αυτές δεν αλληλο­αναι­ρού­νται, στο μέτρο που έχουν θεμελιωθεί πάνω σε κοινά απο­δεκτές βάσεις ή αντιλήψεις· και, πάντως, καθιστούν εφι­κτή τη λειτουργία του Συντάγματος ως συμβολικού δημόσιου χώρου και τη διαβούλευση επί των κρίσιμων ζητη­μάτων της πολιτείας μεταξύ των ποικίλων συλλογικών υποκειμένων.
Η συναινετική συγκρότηση του Συντάγματος στις πλουραλιστικές δημοκρατίες προϋποθέτει τη δημοσιότητα και το διάλογο. Η δημοσιότητα αποτελεί τον τομέα της κοινω­νικής συμβίωσης όπου καθίσταται δυνατή η διαμόρφωση της κοι­νής γνώμης. Στο χώρο της δημοσιότητας αναπτύσσεται η πολιτική έκφραση της κοινωνίας πολιτών, συμ­βάλλοντας στο δι­ά­λογο ως μέσο ανάδειξης του «καλύτερου επιχειρή­μα­τος».
Η διαμόρφωση συναίνεσης επί των θεμελιωδών αρχών και αξιών που κωδικοποιούνται στο συνταγματικό κείμενο είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διεξαγωγή ενός διαλόγου ανοιχτού στην κοινωνία. Η συναίνεση επί του περιεχομένου του Συντάγματος αποτελεί πρωτίστως συναίνεση επί τη βάσει της δύναμης των επιχειρημάτων. Το κυρι­ότερο μέ­σο σχηματοποίησης αφηρημένων αρχών και νομι­μο­ποίη­σης πολιτικών αποφάσεων αποτελεί ο πραγματικός και υπό αυστηρές επικοινωνιακές προϋποθέσεις διεξα­γόμενος διά­λο­γος. Η συγκρότηση του Συντάγ­μα­τος συναρτάται, λοιπόν, άμεσα με τη συμμετοχή της κοινωνίας πολιτών στις διαδικασίες διαμόρφωσης συναινέσεων επί των θεμελιωδών ζητημάτων οργάνωσης της κοινωνικής συμβίωσης.
Ασφαλώς η συζήτηση που έχει ξεκινήσει για την αναθεώρηση του Συντάγματος θα παρουσιάσει τεράστιο πολιτικό και επιστημονικό ενδιαφέρον. Σημασία έχει ωστόσο η συζήτηση αυτή να μην διεξαχθεί μόνο μεταξύ των βουλευτών, των κομματικών στελεχών και των συνταγματολόγων, αλλά να επεκταθεί, στο μεγαλύτερο δυνατό εύρος, στην κοινωνία πολιτών.