ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ, ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, ένθετο “Forum”, 20/4/2013

Ο διάλογος που διεξάγεται τους τελευταίους μήνες για τη μείωση και την αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού στο Δημόσιο παραμένει αποσπασματικός και χωρίς στέρεες αναφορές στις αρχές της αξιοκρατίας και της αποτελεσματικότητας, που διέπουν σύμφωνα με το Σύνταγμα τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης.
Η έννοια της αξιοκρατίας είναι κατ’ αρχάς συναρτημένη με τη δημοκρατική αρχή, την αρχή του κράτους δικαίου και την αρχή της ισότητας.
Στο δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο η αρχή της αξιοκρατίας συνεπάγεται ότι η πρόσληψη, οι υπηρεσιακές μεταβολές και η λύση της υπαλληλικής σχέσης πρέπει να διενεργούνται με γνώμονα αποκλειστικά την προσωπική ικανότητα και αξία κάθε προσώπου. Εξάλλου, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, στο άρθρο 103 παρ. 7 Συντ. γίνεται πλέον σαφής μνεία στην αρχή της αξιοκρατίας κατά την πρόσληψη των δημοσίων υπαλλήλων.
Τη δεύτερη αρχή συνταγματικής περιωπής αποτελεί η αρχή της αποτελεσματικότητας της διοίκησης, ως έκφανση μιας ευρύτερης αρχής που άπτεται της αποτελεσματικότητας όλων των κρατικών οργάνων. Η συνταγματική αρχή της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης συναρτάται κατ’ αρχάς με την ουσιαστική δημοκρατική νομιμοποίηση των κρατικών οργάνων.
Η δημοκρατική νομιμοποίηση των κρατικών οργάνων δεν πηγάζει αποκλειστικά από τη διαδικαστική διάσταση, αλλά εξαρτάται άμεσα από την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Εκτός από τον πυρήνα της έννοιας της αποτελεσματικότητας, που συνίσταται στην πραγμάτωση του ουσιαστικού δικαίου, στοιχεία της έννοιας αποτελούν η οικονομία χρόνου και μέσων, η ταχύτητα και η ευελιξία κατά την επιδίωξη προκαθορισμένων στόχων. Σε τελική ανάλυση, αποτελεσματικότητα της διοίκησης σημαίνει την ικανότητά της να εκπληρώσει τους στόχους που της έχουν ταχθεί από το Σύνταγμα και τους νόμους και να ικανοποιήσει στο μέγιστο βαθμό τις ανάγκες των πολιτών.
Βασικό εργαλείο για την εξυπηρέτηση τόσο της αρχής της αξιοκρατίας όσο και της αρχής της αποτελεσματικότητας αποτελεί η αξιολόγηση. Oσον αφορά τη διασφάλιση της αξιοκρατίας, αυτή συναρτάται πρωτίστως με την αξιολόγηση του ανθρώπινου δυναμικού. Από την άλλη πλευρά, η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας της διοίκησης συναρτάται με την αξιοποίηση ειδικών οργανωσιακών δεικτών, με γνώμονα τους οποίους επιχειρείται η μέτρηση του κόστους και του βαθμού επίτευξης συγκεκριμένων ποσοτικών και ποιοτικών στόχων.
Ενώ ο παραδοσιακός διοικητικός έλεγχος ασκείται λοιπόν υπό ένα ενδοστρεφές πρίσμα, καθώς επικεντρώνεται ιδίως στην εκτίμηση της εσωτερικής ικανότητας της διοίκησης, στην εξέταση της λειτουργίας των υπηρεσιών με γνώμονα την ενότητα, τη συνοχή, πρωτίστως τη νομιμότητα αλλά και την οργανωτική επάρκεια, από την άλλη πλευρά η αξιολόγηση εξετάζει κατά κύριο λόγο συγκεκριμένες δράσεις, διερευνά τις εξωτερικές τους συνέπειες, αποτυπώνει τις μεταξύ τους διασυνδέσεις, εντάσσεται συνεπώς στον κύκλο μιας δημόσιας πολιτικής και τον ολοκληρώνει.
Η αξιολόγηση επηρεάζει το περιεχόμενο μελλοντικών επιλογών και αποφάσεων και συνιστά εντέλει εργαλείο εξορθολογισμού των δημόσιων πολιτικών. Εάν λοιπόν το κυριότερο κριτήριο κατά την άσκηση ελέγχου αποτελεί η ενότητα και η νομιμότητα της διοικητικής δράσης, στο πλαίσιο της αξιολόγησης το βασικό ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότητα. Παράλληλα, ζητούμενο παραμένει η εισαγωγή κινήτρων για την ενεργοποίηση του στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση της αποδοτικότητάς του. Τα κίνητρα δεν είναι σκόπιμο να περιορίζονται στις παραδοσιακές οικονομικές παροχές, αλλά εμπλουτίζονται με ευκαιρίες επιμόρφωσης, ταχύτερη ιεραρχική εξέλιξη και συμβολική επιβράβευση. Επιπλέον, μπορούν να εφαρμοστούν και σε επίπεδα πέραν του ατομικού, όπως σε επίπεδο ομάδων εργασίας, διευθύνσεως ή και οργανισμού, προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η συνεργασία και η ανάπτυξη κοινού οράματος και στόχων στη δημόσια διοίκηση.
Επιβεβλημένη κρίνεται εξάλλου η προώθηση διαρθρωτικών μεταβολών στο σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης του ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας διοίκησης, καθώς και η ουσιαστική αξιοποίηση της κατάρτισης ως κριτηρίου αξιολόγησης και εξέλιξης των δημοσίων υπαλλήλων και ως μέσου προώθησης της διοικητικής αλλαγής.
Απαιτείται λοιπόν μια θεσμική επανάσταση στη δημόσια διοίκηση, με τη συμμετοχή και τη συναίνεση των πολιτών και προς χάριν της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Η αναδιοργάνωση της ελληνικής δημόσιας διοίκησης αποτελεί προϋπόθεση για την οικονομική ανάπτυξη, την ενδυνάμωση του κοινωνικού κράτους και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των κοινωνικών μεταβιβάσεων, για την περιβαλλοντική και πολιτική προστασία, εντέλει για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή όλων των επιμέρους δημόσιων πολιτικών. Τα νέα προβλήματα και οι ανάγκες που καλείται να αντιμετωπίσει το κράτος απαιτούν μια νέα δημόσια διοίκηση. Η προώθηση των αλλαγών που αφορούν τους εργαζόμενους στο Δημόσιο προϋποθέτει την εκπόνηση ενός συνεκτικού προγράμματος θεμελιωμένου στις συνταγματικές αρχές της αξιοκρατίας και της αποτελεσματικότητας. Οσο αυτό απουσιάζει, οι παθογένειες θα ανακυκλώνονται.