ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ

Εφημερίδα “Έθνος”, 27/11/2012

Μετά την ψηφοφορία για το πρώτο Μνημόνιο, τον Μάιο του 2010, οι διαφοροποιήσεις βουλευτών από την κομματική γραμμή δεν προκαλούν πλέον έκπληξη. Το φαινόμενο κορυφώθηκε τον περασμένο Φεβρουάριο, με τη μαζική καταψήφιση του PSI από 43 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίοι στη συνέχεια διαγράφηκαν με απόφαση της ηγεσίας των δύο κομμάτων.

Με αφορμή την ψήφιση πριν από δέκα μέρες του τρίτου Μνημονίου και του προϋπολογισμού, το δικαίωμα των βουλευτών για κατά συνείδηση ψήφο και έκφραση γνώμης αποτέλεσε αντικείμενο δικαιοπολιτικής κριτικής από τον υφυπουργό Εσωτερικών κ. Αθανασίου, που υποστήριξε ότι, στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης που αναμένεται να ξεκινήσει σε λίγους μήνες, πρέπει να επανεξεταστεί η σχέση κομμάτων και βουλευτών. Ηδη την άποψη αυτή φαίνεται να ενστερνίζονται πολιτικοί και θεωρητικοί, με βάση το επιχείρημα ότι ο βουλευτής δεν είναι θεμιτό να διαφοροποιείται από τις συλλογικές αποφάσεις της κοινοβουλευτικής ομάδας και του κόμματος στο οποίο ανήκει.

Κατ’ ουσίαν πρόκειται για μια αντίληψη που τάσσεται υπέρ του λεγόμενου δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, δηλαδή της απαγόρευσης διαφοροποιήσεων των βουλευτών και των μελών των κομμάτων από τις δημοκρατικά ειλημμένες κομματικές αποφάσεις. Ο βουλευτής θεωρείται ότι οφείλει να υπακούει προς τις αποφάσεις αυτές και, εάν διαφωνεί, υποχρεούται να παραιτηθεί και να «παραδώσει» την έδρα του στο κόμμα. Οι αντιλήψεις αυτές είναι λανθασμένες και επικίνδυνες. Κατ’ αρχάς, η διαφωνία των βουλευτών συνήθως είναι αποτέλεσμα της διαφοροποίησης των κομμάτων από προγραμματικές τους εξαγγελίες και προεκλογικές πολιτικές δεσμεύσεις. Αλλωστε οι βουλευτές εισπράττουν πρώτοι την αποδοκιμασία των πολιτών για τη μετάλλαξη των κομματικών θέσεων. Αμφισβητήσιμο είναι επίσης κατά πόσον οι κομματικές αποφάσεις λαμβάνονται πράγματι με δημοκρατικές διαδικασίες.

Το κυριότερο, όμως, πρόβλημα της αυστηρής πειθάρχησης των βουλευτών θα ήταν η πλήρης αποψίλωση του Κοινοβουλίου από έναν ουσιώδη διάλογο και η ολοκληρωτική του απαξίωση έναντι της κοινωνίας, μετατρέποντάς το σε όργανο τυπικής κύρωσης προειλημμένων αποφάσεων. Σήμερα η δυνατότητα διαφωνίας των βουλευτών εγγυάται τα τελευταία ψήγματα κύρους του Κοινοβουλίου.