ΓΙΑΤΙ ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΟΥΝ ΟΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ;

Εφημερίδα “Έθνος”, 2/6/2015

Ο όρος μεταρρύθμιση είναι βεβαρημένος με αρνητικό φορτίο. Η διαιρετική τομή μνημόνιο – αντιμνημόνιο συνοδεύτηκε από τη σύγκρουση μεταξύ μεταρρύθμισης και αντιμεταρρύθμισης, όπου οι μεταρρυθμίσεις ταυτίστηκαν με τα μνημόνια και τα δεινά τους, ενώ η αντιμνημονιακή πλευρά κατέκτησε την εξουσία εξαγγέλλοντας την κατάργηση των μνημονίων και των συνοδευτικών τους μεταρρυθμίσεων. Ομως επιστροφή στην προ κρίσης Ελλάδα δεν μπορεί να υπάρξει. Είτε με μνημόνια είτε χωρίς, για να επιτευχθούν ανάπτυξη, αύξηση της απασχόλησης και κοινωνική συνοχή απαιτούνται σημαντικές αλλαγές στο κράτος και στην οικονομία.
 
Η επιτυχία των μεταρρυθμίσεων αυτών δεν εξαρτάται μόνο από την πολιτική βούληση και την ικανότητα της κοινωνίας να τις αφομοιώσει, αλλά και από τον τρόπο που θα υιοθετηθούν. Μια διαδεδομένη αντίληψη υποστηρίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις μπλοκάρονται από οργανωμένα συμφέροντα, πελατειακά δίκτυα και παγιωμένες πρακτικές. Ομως υπάρχει επίσης μία άλλη όψη της μεταρρυθμιστικής αναποτελεσματικότητας, που άπτεται του τρόπου που σχεδιάζονται και πραγματοποιούνται οι μεταρρυθμίσεις: αποσπασματικότητα, προχειρότητα, έλλειψη τεκμηρίωσης και επιχειρησιακού σχεδιασμού, κακή ποιότητα νομοθεσίας, απουσία υποστηρικτικών κειμένων δημόσιας πολιτικής, ρυθμίσεις – κουρελού, έλλειμμα παρακολούθησης της εφαρμογής αποτελούν ορισμένες από τις παθογένειες της μεταρρυθμιστικής φλυαρίας που χαρακτηρίζει την ελληνική περίπτωση.
 
Για το πολιτικό και το διοικητικό μας σύστημα μεταρρύθμιση σημαίνει συνήθως ψήφιση νόμων που δεν εντάσσονται σε ένα συνεκτικό σχέδιο, χωρίς επιχειρησιακό πρόγραμμα, χωρίς μελέτη εφαρμογής, χωρίς ανάλυση δεδομένων, χωρίς ανακατανομή αρμοδιοτήτων, χωρίς ανάλυση εναλλακτικών μοντέλων, χωρίς προετοιμασία των βημάτων μετάβασης από το παλιό στο νέο, χωρίς σύστημα διαρκούς αξιολόγησης επιπτώσεων.
 
Πρόκειται κατά κανόνα για νόμους-εκτρώματα, φλύαρους, με ασαφείς και περίπλοκες ρυθμίσεις, που βρίθουν άσχετων διατάξεων, ως αποτέλεσμα εικονικών διαβουλεύσεων, καθιστώντας τις προβλέψεις για τη ρυθμιστική διακυβέρνηση κενό γράμμα. Και, όμως, η δημόσια διοίκηση διαθέτει πολύτιμα στελέχη που παραμένουν αναξιοποίητα. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή ορθολογικών, συνεκτικών και αποτελεσματικών μεταρρυθμίσεων δεν θα προκύψουν από έναν ανέξοδο πολιτικό βολονταρισμό, αλλά μόνο από μεθοδική προεργασία και συστηματική παρακολούθηση, υποστηρίζοντας την πολιτική στόχευση με την κατάλληλη θεσμική τεχνογνωσία.