ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΕΝΟΣ ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ ΜΕ ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ΒΑΡΥΤΕΡΟ

Εφημερίδα “Καθημερινή”, 29/4/2015.

Είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η δημοψηφισματική επίλυση ενός διλήμματος όπως αυτό που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα, με πιθανή άμεση συνέπεια την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη και κατ’ επέκταση από την Ευρωπαϊκή Eνωση; Η δήλωση του πρωθυπουργού υπέρ της διεξαγωγής δημοψηφίσματος, αν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις με τους «θεσμούς», αποτελεί πρόθεση διόρθωσης ενός σφάλματος με ένα ακόμη βαρύτερο σφάλμα. Και μάλιστα θέτοντας ένα ερώτημα που ενδέχεται να αμφισβητηθεί ως προς τη συνταγματικότητά του.
Το αρχικό σφάλμα του κ. Τσίπρα ήταν ότι υποσχέθηκε στο εκλογικό σώμα την ακύρωση των περιοριστικών πολιτικών με ταυτόχρονη παραμονή στην Ευρωζώνη. Μετά την εκλογική του επικράτηση και την αποτυχία των διαπραγματεύσεων με τους «θεσμούς», ο πρωθυπουργός παραδέχεται ότι δεν μπορεί να τηρήσει τις προεκλογικές του δεσμεύσεις, αλλά αντιλαμβανόμενος το έλλειμμα πολιτικής αξιοπιστίας που ανακύπτει, το οποίο θα εντείνει και την εσωκομματική αμφισβήτηση των επιλογών του, σπεύδει να καταφύγει στη δημοψηφισματική λύση.
Γιατί είναι όμως άτοπο και αδιέξοδο το δημοψήφισμα; Κατ’ αρχάς επειδή δεν επιλύει το έλλειμμα νομιμοποίησης στο οποίο έχει πλέον εγκλωβιστεί η κυβέρνηση. Αφού το ερώτημα του δημοψηφίσματος αναπόφευκτα θα αφορά την επιλογή μεταξύ ενός τρίτου Μνημονίου, ανεξαρτήτως πώς θα αποκληθεί, και της ρήξης με την Ευρωζώνη, θα συνιστά ρητή παραδοχή της ματαίωσης των προεκλογικών υποσχέσεων για ταυτόχρονη απαλλαγή από τα Μνημόνια και παραμονή στη Ζώνη του Ευρώ.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι αμιγώς οικονομικό. Αν η αβεβαιότητα ως προς την έκβαση των διαπραγματεύσεων οδήγησε το τελευταίο τρίμηνο σε κραδασμούς του τραπεζικού συστήματος, αποτελμάτωση της πραγματικής οικονομίας και κατάρρευση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, τότε τι συνέπειες θα είχε η προκήρυξη ενός δημοψηφίσματος με άδηλο αποτέλεσμα; Είναι αμφίβολο αν θα φθάναμε στην ημέρα διεξαγωγής του πριν από το bank run, τον έλεγχο κεφαλαίων και τη διεθνή απομόνωση.
Υπάρχει όμως κάτι επιπλέον. Ακόμη και αν δεχθούμε ότι αμφισβήτηση της αντισυνταγματικότητας του δημοψηφίσματος δεν θα ανακύψει, εφόσον το ερώτημα θα αφορά μια εθνικής σημασίας πολιτική απόφαση, έστω με μείζονες δημοσιονομικές συνέπειες, παρ’ όλα αυτά η διατύπωση του ερωτήματος παραμένει ένα «μαύρο κουτί». Πρόκειται για μία ένσταση που προβάλλεται ευρύτερα ως προς τον θεσμό του δημοψηφίσματος, ότι δηλαδή η εκάστοτε κυβέρνηση έχει την ευχέρεια να θέσει στο εκλογικό σώμα διλήμματα παραπλανητικά, που δεν μπορούν να απαντηθούν με ένα «ναι» ή «όχι». Εντιμα δημοψηφισματικά ερωτήματα είναι μόνον όσα επιτρέπουν καθαρές απαντήσεις, χωρίς «αν» και «εφόσον». Ακριβώς για τον λόγο αυτό σε χώρες με δημοψηφισματική κουλτούρα, στις οποίες δεν ανήκει η Ελλάδα, έχουν αναπτυχθεί θεσμοί και διαδικασίες αυξημένου κύρους που συμβάλλουν στη διατύπωση των ερωτημάτων.
Το εγχείρημα δημοψηφισματικής εκμαίευσης της λαϊκής συναίνεσης μέσω αβασάνιστων απαντήσεων σε διλήμματα σύνθετα, επικίνδυνα, με σοβαρές διεθνοπολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις δεν μπορεί να συμβάλει ούτε στην οικονομική ανάκαμψη ούτε στην ενδυνάμωση της δημοκρατικής συμμετοχής στην πιο κρίσιμη στιγμή της μεταπολεμικής μας Ιστορίας.