Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 22/11/2011

Απαξιωμένοι, λοιδορημένοι, ενίοτε προπηλακισμένοι, οι βουλευτές των δύο μεγάλων κομμάτων λειτούργησαν τους τελευταίους μήνες ως αυτοτελής πόλος εξουσίας, όπως επιτάσσεται από τον θεσμικό τους ρόλο. Μία πρώτη κατηγορία βουλευτών είναι εκείνοι που διαγράφηκαν με συνοπτικές διαδικασίες επειδή διαφώνησαν με συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης Παπανδρέου, ασκώντας το συνταγματικό τους δικαίωμα να εκφράζουν τη γνώμη τους ελεύθερα και να ψηφίζουν κατά συνείδηση. Αν δεν υπήρχαν αυτοί οι βουλευτές, που διαφοροποιήθηκαν διακινδυνεύοντας το πολιτικό τους μέλλον, τότε θα δημιουργούνταν η εικόνα ενός Κοινοβουλίου αποστειρωμένου, που δεν επηρεάζεται από τις κοινωνικές ανακατατάξεις ούτε αφουγκράζεται τα μηνύματα του εκλογικού σώματος, αλλά ακολουθεί τυφλά πολιτικές ηγεσίες που έχουν απoλέσει κατ’ ουσίαν την ηγεμονία και την εμπιστοσύνη της κοινωνίας.
Μία δεύτερη κατηγορία βουλευτών συγκροτούν όσοι έμειναν μεν εντός των τειχών, στηρίζοντας την κυβέρνηση Παπανδρέου, όμως άρθρωσαν έναν ισχυρό κριτικό λόγο, ακόμη και προειδοποιώντας ότι επίκειται αποστασιοποίησή τους από τις κυβερνητικές αποφάσεις. Αυτοί οι βουλευτές ανέτρεψαν την απόφαση Παπανδρέου για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, αυτοί τον οδήγησαν σε παραίτηση, αυτοί απέτρεψαν την επιλογή του να αναλάβει νέος πρωθυπουργός ένα πρόσωπο που δεν διέθετε υπερκομματική φυσιογνωμία ώστε να ηγηθεί μιας μεταβατικής κυβέρνησης συνεργασίας. Οι βουλευτές αυτοί θέτουν επίσης σήμερα ζήτημα ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ, απαιτώντας την εφαρμογή του καταστατικού του κόμματος.
Μία τρίτη κατηγορία βουλευτών αποτελούν εκείνοι που ανήκουν στην αξιωματική αντιπολίτευση και υποστήριξαν ότι η κομματική αντιπαράθεση πρέπει να υποχωρεί σε στιγμές όπου διακυβεύεται το μέλλον της χώρας. Με τη στάση τους αυτή επηρέασαν καθοριστικά τις πολιτικές εξελίξεις. Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς επί της ουσίας με τις επιμέρους απόψεις που εκφράστηκαν από τις ετερόκλητες, ρευστές, απρόβλεπτες ομαδοποιήσεις βουλευτών, που δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί σε συμπαγείς ιδεολογικοπολιτικές κατηγορίες, ένα σημαντικό συμπέρασμα αποτελεί ότι με τη θεσμική και πολιτική τους στάση οι βουλευτές που άρθρωσαν αντίλογο διέσωσαν την “τιμή” του Κοινοβουλίου.
Σε μια περίοδο όπου οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί αμφισβητούνται από έναν οξύ αντισυστημικό λόγο, θυμίζοντας τις πιο σκοτεινές αντικοινοβουλευτικές στιγμές του Μεσοπολέμου, η ανάδειξη της δύναμης των βουλευτών να επηρεάσουν καθοριστικά τις πολιτικές εξελίξεις θεμελιώνει την προσδοκία ότι το πολιτικό σύστημα δεν οδηγείται αναπότρεπτα στην αυτοκαταστροφή του. Ασκώντας το δικαίωμα (αλλά και την υποχρέωσή τους) στην τεκμηριωμένη διαφωνία, οι βουλευτές στήριξαν σε τελική ανάλυση τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, που δοκιμάζονται όχι μόνο από την οικονομική κρίση, αλλά και από συσσωρευμένες πολιτικές παθογένειες, με κυριότερη την απουσία πραγματικής εσωκομματικής δημοκρατίας. Στο πλαίσιο αυτό, οποιοδήποτε εγχείρημα τροποποίησης του εκλογικού νόμου στην κατεύθυνση της εκλογής των βουλευτών με λίστα, ώστε να αποκλειστούν οι “απείθαρχοι”, θα συναντήσει ευρύτατες αντιδράσεις εντός και εκτός Κοινοβουλίου.