Η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας

Πρώτο Θέμα, 27/10/19

 
Η προεδρική εκλογή αποτελεί κατ’ ουσίαν τον λόγο για τον οποίο η Κυβέρνηση επέλεξε, αντί να αναλάβει μία νέα αναθεωρητική πρωτοβουλία, να προχωρήσει στη δεύτερη φάση του αναθεωρητικού εγχειρήματος που ξεκίνησε ο ΣΥΡΙΖΑ πριν από δύο χρόνια. Η συντριπτική πλειονότητα των διατάξεων που κρίθηκαν αναθεωρητέες στην προτείνουσα Βουλή δεν υποστηρίχθηκαν από τη σημερινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, το συνταγματικό πρόγραμμα της οποίας ήταν εκ διαμέτρου αντίθετο από αυτό του ΣΥΡΙΖΑ. 
Το αποτέλεσμα ήταν ότι εμβληματικές προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας, όπως η αναθεώρηση του άρθρου 16 για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση και η εισαγωγή του «χρυσού δημοσιονομικού κανόνα», δεν τέθηκαν προς αναθεώρηση και η υιοθέτησή τους θα πρέπει να περιμένει τουλάχιστον οκτώ χρόνια ακόμη. Είναι, λοιπόν, τόσο σημαντική η αναθεώρηση του άρθρου 32 του Συντάγματος που προβλέπει τη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας; Η απάντηση είναι καταφατική, αφού η πρόωρη προκήρυξη εκλογών εξαιτίας της αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας αποδείχθηκε εξαιρετικά επιβλαβής για το πολιτικό σύστημα και την οικονομία. 
Ωστόσο, παρότι όλα τα πολιτικά κόμματα συμφώνησαν στην ανάγκη αναθεώρησης του επίμαχου άρθρου, προκειμένου να απεμπλακεί η διαδικασία εκλογής από το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, οι προτάσεις για την τροποποίησή του παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις. Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει ότι αν στις επαναλαμβανόμενες ψηφοφορίες δεν επιτευχθεί αυξημένη πλειοψηφία ή έστω απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών, τότε αρκεί η σχετική πλειοψηφία. Έτσι όμως διακινδυνεύεται να απωλεσθεί η ευρεία συναίνεση ως προς το πρόσωπο του Προέδρου, περιορίζοντας τη νομιμοποίησή του και τη δυνατότητά του να λειτουργεί ως ρυθμιστής του πολιτεύματος σε κρίσιμες περιόδους. 
Από την άλλη πλευρά η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ διέπεται από έναν διχασμό σκοπών και μέσων. Εκκινεί από το αίτημα συναινετικής εκλογής του Προέδρου με αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά στη συνέχεια εκτρέπεται σε μια συγκρουσιακή άμεση εκλογή, το αποτέλεσμα της οποίας θα μπορούσε να είναι ακόμη και η αποσταθεροποίηση της Κυβέρνησης. Παράλληλα, η άμεση εκλογή θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια τη δημιουργία ενός ισχυρού αντίπαλου πόλου προς την εκάστοτε Κυβέρνηση, με άδηλες συνέπειες για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Σε κάθε περίπτωση, από τη στιγμή που δεν προτάθηκε για αναθεώρηση και το άρθρο 30 του Συντάγματος που προβλέπει την εκλογή του Προέδρου από τη Βουλή, η άμεση ψηφοφορία από το εκλογικό σώμα δεν μπορεί να υιοθετηθεί.
Μια τρίτη πρόταση έχει υποβληθεί από το Κίνημα Αλλαγής, που εισηγείται την κλιμακωτή μείωση των ψήφων που απαιτούνται για την εκλογή Προέδρου και την παράταση της θητείας του Προέδρου έως ένα χρόνο, μέχρι να επιτευχθεί ευρεία πλειοψηφία που δεν θα περιορίζεται στην απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών. Το θετικό αυτής της πρότασης είναι ότι επιδιώκεται η συναίνεση στο πρόσωπο του Προέδρου, όμως από την άλλη πλευρά εγκυμονεί ο κίνδυνος των ατέρμονων ψηφοφοριών με συνέπεια των ευτελισμό της διαδικασίας. 
Έχει ωριμάσει επαρκώς η πολιτική τάξη και το πολιτικό μας σύστημα ώστε να μπορούν να επιτευχθούν ευρύτερες συναινέσεις κατά την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας χωρίς την απειλή (ή σε κάποιες πολιτικές συγκυρίες την ευκαιρία) των πρόωρων εκλογών; Για να επιλεγεί η βέλτιστη διαδικασία προεδρικής εκλογής προϋπόθεση είναι να απαντηθεί το ερώτημα αυτό.