ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ;

Εφημερίδα “Έθνος”, 19/5/2015

Το νομοσχέδιο για την απονομή ιθαγένειας σε παιδιά μεταναστών πριν από την ενηλικίωσή τους, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, έχει λάβει τον δρόμο προς τη Βουλή. Πρόκειται για την πρώτη συστηματική παρέμβαση της νέας κυβέρνησης στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα κρίσιμα ερωτήματα στα οποία απαντάει είναι σε ποιο χρονικό σημείο θεωρείται σκόπιμο να απονέμεται η ιθαγένεια και εάν πρέπει να δικαιούνται τη χορήγησή της παιδιά μεταναστών, εφόσον έχουν γεννηθεί και ανατρέφονται στην Ελλάδα ή φοιτούν στο σχολείο για 9 χρόνια.
 
Μήπως είναι ορθότερο να επιλέγουν μετά την ενηλικίωσή τους, όπως υποστηρίζει μία αντίθετη άποψη; Πόσο επηρεάζει τα κριτήρια του νομοθέτη το δημογραφικό πρόβλημα; Ολη η επιχειρηματολογία ανάγεται τελικά στο ιδεολογικά φορτισμένο ερώτημα «ποιος πρέπει να είναι και τι σημαίνει Ελληνας πολίτης».
 
Η κτήση ιθαγένειας απαιτεί συνειδητή πράξη του πολιτογραφούμενου στην οποία οι ανήλικοι δεν είναι ώριμοι να προβούν, υποστηρίζει ο αντίλογος. Ως μείζον γεγονός στην προσωπική κατάσταση κάθε ανθρώπου, αλλά και ως αφετηρία μιας σχέσης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ ατόμου και πολιτείας, προϋποθέτει κάτι περισσότερο από την πλήρωση τυπικών προϋποθέσεων.
 
Ωστόσο, το επιχείρημα που θεμελιώνεται στην αρχή της αυτονομίας του προσώπου είναι αδύναμο. Η χορήγηση ιθαγένειας γίνεται, σε όλο τον κόσμο, με γνώμονα το δίκαιο του αίματος ή το δίκαιο του εδάφους. Γιατί να αποκλείονται οι ανήλικοι, ακόμη και αν κατοικούν νόμιμα στη χώρα από τη γέννησή τους, όταν ένας ενήλικος μετανάστης δικαιούται να ζητήσει την πολιτογράφησή του ύστερα από δέκα χρόνια νόμιμης παραμονής;
 
Το ουσιωδέστερο είναι ότι, αποκλείοντας τα παιδιά από την ιθαγένεια, προκαλούνται αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχική τους συγκρότηση και παρεμποδίζεται η πλήρης ενσωμάτωσή τους στην ελληνική κοινωνία. Στη δεύτερη γενιά μεταναστών η πολιτεία οφείλει να δείξει τη μεγαλύτερη μέριμνα και γενναιοδωρία, αποτρέποντας επικίνδυνους διαχωρισμούς στην πιο ευαίσθητη ηλικία. Το νομοσχέδιο αυτό είναι λοιπόν κεφαλαιώδους σημασίας για τη δημιουργία μιας ανοιχτής πολιτικής κοινωνίας, ιδίως σε μια περίοδο που τα φαινόμενα ρατσισμού και ξενοφοβίας εντείνονται.