ΝΩΧΕΛΙΚΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΣΜΟΣ

Εφημερίδα, “ΕΘΝΟΣ”, 9/4/2013

Το σκηνικό επαναλαμβάνεται τρία χρόνια τώρα. Η τρόικα στέλνει ανά τρίμηνο τους υπαλλήλους της να ελέγξουν εάν έχει προχωρήσει η υλοποίηση των μνημονιακών δεσμεύσεων. Αυτοί συναντώνται με τους αρμόδιους υπουργούς, που απολογούνται για τα μικρά βήματα που έχουν πραγματοποιηθεί. Ενα επικοινωνιακό παιχνίδι διαδραματίζεται σχετικά με το εάν οι «διαπραγματεύσεις» οδηγούν σε θετική ή αρνητική εισήγηση ως προς την εκταμίευση της επόμενης δανειακής δόσης.
Επαναλαμβανόμενα θέματα αιχμής αποτελούν η φορολογία ακινήτων, ο αριθμός των προς απόλυση δημοσίων υπαλλήλων, ο κατώτατος μισθός και η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Η τρόικα έχει ομολογήσει ότι το πρόγραμμα απέτυχε, ότι οι πραγματικές μεταρρυθμίσεις είναι ελάχιστες, η δημοσιονομική προσαρμογή βασίστηκε σε οριζόντιες περικοπές και αύξηση της φορολογίας των μισθωτών, που εκτίναξαν την ανεργία και διαιωνίζουν την ύφεση.
Επίσης, έχει υπονοηθεί ότι το πρόγραμμα ούτως ή άλλως δεν μπορούσε να επιτύχει, οι στόχοι ήταν ανέφικτοι, το χρέος δεν είναι βιώσιμο, η επιστροφή στην ανάπτυξη αναβάλλεται από χρόνο σε χρόνο. Η εκταμίευση των δόσεων αποφασίζεται τελικά με πολιτικά κριτήρια από τους δανειστές, σταθμίζοντας τις διεθνείς επιπτώσεις που θα επέφερε η εγκατάλειψη της Ελλάδας στη χρεοκοπία και η έξοδός της από το ευρώ.
Το κύρος και η διαπραγματευτική ισχύς της χώρας καταρρέουν ραγδαία. Είναι προφανές ότι ούτε αυτή η κυβέρνηση ούτε όσες προηγήθηκαν παρουσίασαν ένα συγκροτημένο σχέδιο αλλαγών για το κράτος και το αναπτυξιακό μοντέλο ή έστω μια σταθερή πολιτική βούληση εφαρμογής επιμέρους μεταρρυθμίσεων για τη βελτίωση της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, τη μείωση της γραφειοκρατίας, την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και τον εξορθολογισμό του συστήματος κοινωνικής προστασίας.
Βαδίζουμε από δόση σε δόση, από τρίμηνο σε τρίμηνο, από κάθε (ψευτο)διαπραγμάτευση στην επόμενη, με την ελπίδα μιας συνολικής λύσης για τον ευρωπαϊκό Νότο. Αν όμως η χώρα δεν απεγκλωβιστεί από τη νωχελική ανακύκλωση πάγιων διαρθρωτικών προβλημάτων, τότε την ώρα της συνολικής λύσης θα εμφανιστεί αποδυναμωμένη και ανήμπορη να διαπραγματευθεί για τη θέση της στη νέα Ευρώπη που θα γεννηθεί.