Ο ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Εφημερίδα , “Έθνος”, 4/12/2012

Δεν θα μπορούσαμε να προσδοκούμε ότι μια μείζων οικονομική και θεσμική κρίση, όπως αυτή που βιώνει την τελευταία τριετία η χώρα, θα άφηνε αλώβητο το Σύνταγμα. Αναπόδραστα η ερμηνεία και εφαρμογή του από όλες τις κρατικές εξουσίες έχουν υποστεί προσαρμογές. Ομως τους τελευταίους μήνες δεν εκδηλώνονται μόνο φαινόμενα θέσπισης νόμων που περιλαμβάνουν διατάξεις αμφισβητούμενης συνταγματικότητας, αλλά και η παγίωση μορφών λειτουργίας όλων των κρατικών εξουσιών, οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο το κύρος και την υπόσταση του Συντάγματος.
Κατ’ αρχάς η διαδικασία ψήφισης νόμων όχι μόνο έχει επιταχυνθεί σε βαθμό ώστε ο κοινοβουλευτικός διάλογος να αποβαίνει προσχηματικός, αλλά απογυμνώνεται από στοιχειώδεις συνταγματικές εγγυήσεις. Ποιος θεωρεί σύννομη την υποβολή νομοσχεδίου 260 σελίδων σε ένα μόνο άρθρο;
Πόσο πιο απροκάλυπτη μπορεί να γίνει η παράκαμψη των συνταγματικά προβλεπόμενων βημάτων νομοθέτησης; Πώς βαφτίζεται «εξαιρετικά επείγουσα και απρόβλεπτη ανάγκη» κάθε κρίσιμη νομοθετική ρύθμιση, ώστε να ενσωματώνεται σε πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που σωρηδόν εισηγείται η κυβέρνηση;
Γιατί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν διαφοροποιείται από τέτοιες επιλογές, ασκώντας τις έστω συρρικνωμένες αρμοδιότητές του; Και τι μπορεί να περιμένει κανείς από τη δικαστική εξουσία, όταν οι δικαστές παραβιάζουν το Σύνταγμα απεργώντας, τη στιγμή που αυτό ρητά απαγορεύεται; Ποιος θα ασκήσει συνταγματικό έλεγχο στις αποφάσεις της κυβερνητικής πλειοψηφίας, όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αδρανεί και οι δικαστές (με τη φωτεινή εξαίρεση του Συμβουλίου της Επικρατείας) καταπατούν το Σύνταγμα;
Υπό αυτές τις συνθήκες, τι νόημα έχει να συζητάμε για επιμέρους τροποποιήσεις που θα ήταν χρήσιμο να γίνουν στο συνταγματικό κείμενο, στο πλαίσιο της επικείμενης αναθεώρησής του; Η δίχως μέτρο επίκληση του Συντάγματος σε κάθε περίπτωση πολιτικής διαφωνίας έχει υπερκεραστεί σήμερα από τη συστηματική αγνόησή του, εν ονόματι των έκτακτων συνθηκών. Όλα είναι επιτρεπτά, τίποτα δεν μένει αβεβήλωτο. Πρόκειται, εμφανώς πλέον, για μια γενικευμένη υποχώρηση του δημοκρατικού κράτους δικαίου.