ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Εφημερίδα “ΈΘΝΟΣ”, 27/3/2012

Η επίκληση του Συντάγματος στη μετά το Μνημόνιο εποχή είναι ακατάπαυστη. Πολυάριθμα νομοθετήματα, που ψηφίστηκαν την τελευταία διετία για τη συμμόρφωση της χώρας στις δεσμεύσεις έναντι των δανειστών της ή για την υιοθέτηση συμπληρωματικών περιοριστικών πολιτικών, αμφισβητήθηκαν ως αντισυνταγματικά και τέθηκαν στην κρίση των δικαστηρίων. Εμβληματικές, με τεράστια δημοσιότητα και νομικό ενδιαφέρον, ήταν οι δικαστικές διαμάχες για το πρώτο Μνημόνιο, για την έκτακτη φορολόγηση των ακινήτων μέσω λογαριασμών της ΔΕΗ και για την εργασιακή εφεδρεία. Σήμερα εκκρεμούν δεκάδες δικαστικές προσφυγές εναντίον αποφάσεων της διοίκησης, με κύριο επιχείρημα την αντισυνταγματικότητά τους.
Η εγγενής ελλειπτικότητα του Συντάγματος επιτρέπει στον καθένα, νομικό ή απλό πολίτη, να εκφέρει τη γνώμη του ως προς τη συνταγματικότητα των επιλογών του νομοθέτη και της διοίκησης. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι ο υπερχειλίζων συνταγματικός λόγος αποδεικνύεται επωφελής είτε για την αξιοπιστία του Συντάγματος, είτε για εκείνους που επενδύουν την πολιτική ή άλλη διαφωνία τους με συνταγματικά επιχειρήματα. Η ερμηνεία του Συντάγματος και ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων αποτελούν μια επιστημονική διεργασία που προϋποθέτει εξειδικευμένη γνώση και συχνά τη συνέργια περισσότερων κλάδων του δικαίου.
Ταυτόχρονα, κατά την εκφορά συνταγματικού λόγου κρίσιμη είναι η επίγνωση της σχέσης ανάμεσα στον νομοθέτη και τον δικαστή, δηλαδή κατ’ ουσίαν η αναγνώριση των ορίων της δικαστικής εξουσίας. Ο δικαστής, όταν αποφασίζει για τη συνταγματικότητα των νόμων, δεν λειτουργεί εν κενώ, δεν τίθεται αντιμέτωπος με κανόνες δικαίου σε συνθήκες εργαστηρίου, αλλά καλείται να σταθμίσει συγκρουόμενα συμφέροντα, να ρυθμίσει εύθραυστες κοινωνικές σχέσεις, να συγκεκριμενοποιήσει αόριστες νομικές έννοιες. Πού τελειώνει ο ρόλος της δημοκρατικά νομιμοποιημένης πολιτικής εξουσίας και πού αρχίζει αυτός του δικαστή-προστάτη του Συντάγματος αποτελεί ένα δισεπίλυτο ζήτημα, πάνω στο οποίο δεν μπορούν να υπάρξουν οριστικές απαντήσεις.Σε μια περίοδο πλήρους ανατροπής όχι μόνο εργασιακών και κοινωνικών κεκτημένων, αλλά ευρύτερα ενός μοντέλου λειτουργίας της πολιτείας και βιοτικών προτεραιοτήτων, η αναζήτηση σταθερών πεδίων αναφοράς είναι και εξηγήσιμη και εύλογη. Ωστόσο η προσφυγή στο Σύνταγμα αποτελεί δείγμα αφομοίωσης της υποχρέωσης σεβασμού ενός θεμελιώδους κώδικα οργάνωσης της κοινωνικής συμβίωσης, μόνον εφόσον δεν εκφυλίζεται σε αυτοαναφορική συνταγματική φλυαρία.
Η κατάχρηση συνταγματικού λόγου, ιδίως όταν προέρχεται από όσους διαθέτουν θεσμικό ρόλο, ενδέχεται να οδηγήσει στην καλλιέργεια αστήρικτων προσδοκιών και στην απαξίωση τόσο του συνταγματικού κειμένου όσο και των κρατικών οργάνων που λειτουργούν βάσει αυτού. Το Σύνταγμα αποτελεί εγγύηση και οχυρό απέναντι στην κατεδάφιση αρχών, αξιών και δικαιωμάτων, όχι μέσο διευθέτησης πολιτικών διαφορών. Αλλωστε, στη δημοκρατική πολιτική αντιμαχία η τελευταία λέξη διατυπώνεται, ευτυχώς, στις γενικές εκλογές και όχι στις δικαστικές αίθουσες.