ΤΑ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΟΜΜΑΤΙΣΜΟΥ

Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, 19/7/2011

Όλα τα κομματικά επιτελεία προετοιμάζονται πυρετωδώς για ένα θερμό προεκλογικό φθινόπωρο, προεξοφλώντας ότι η κυβέρνηση δεν αντέχει τρίτη χρονιά σκληρών περιοριστικών μέτρων χωρίς ανανέωση της λαϊκής εντολής. Από τη στιγμή που η αξιωματική αντιπολίτευση επέλεξε τη στρατηγική του “ώριμου φρούτου”, αρνούμενη να εισφέρει στήριξη στην υπαγορευμένη από την τρόικα κυβερνητική πολιτική, ενισχύοντας μάλιστα με αυτή τη στάση την εκλογική της επιρροή, αναπόφευκτη εξέλιξη αποτελούσε η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, κατά πάσα πιθανότητα με επίκληση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας.
Για την κυβερνητική πλειοψηφία η εμμονή στη μνημονιακή ατζέντα και το εγχείρημα να παρουσιάσει επιτέλους απτά αποτελέσματα στο πεδίο της οικονομίας συνιστούν πλέον το μόνο προεκλογικό όπλο, σε συνάρτηση με την προβολή της προσδοκώμενης συνολικής ευρωπαϊκής λύσης ως εν πολλοίς δικού της επιτεύγματος. Είναι αβέβαιο τι ποσοστό των παραδοσιακών ψηφοφόρων του και των κεντρογενών αναποφάσιστων θα επιτύχει να συσπειρώσει το ΠΑΣΟΚ ακολουθώντας αυτή την τακτική. Προδιαγεγραμμένη πάντως εμφανίζεται η έκβαση των εκλογών, τουλάχιστον αν πραγματοποιηθούν εντός του 2011, αφού θα σηματοδοτήσουν την ιστορικής σημασίας αποτυχία των δύο κομμάτων εξουσίας να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Προφανώς τυχόν αναβολή του χρόνου των εκλογών πέραν του φθινοπώρου θα συνεπαγόταν διογκούμενη φθορά του ΠΑΣΟΚ, οδηγώντας ίσως σε φαινόμενα ολοκληρωτικής αποσύνθεσης της εκλογικής του επιρροής και σε κατά κράτος επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας.
Με αφετηρία, λοιπόν, την υπόθεση εργασίας ότι το κυβερνών κόμμα δεν θα διακινδυνεύσει τη μετακύλιση των εκλογών πέραν του φθινοπώρου, υπό την πίεση και της συρρικνωμένης Κοινοβουλευτικής του Ομάδας, διαγράφεται ένα πολιτικό σενάριο που ανατρέπει όλα τα μεταπολιτευτικά δεδομένα. Ακόμη και το “σκοτεινό” δεκάμηνο των κυβερνήσεων συνεργασίας, από τον Ιούνιο του 1989 έως τον Απρίλιο του 1990, η κυριαρχία του δικομματισμού παρέμενε αδιαμφισβήτητη, αφού τα δύο μεγάλα κόμματα συγκέντρωσαν συνολικά ποσοστό άνω του 75%, ενώ το πρώτο κόμμα περίπου 45% με αυξητικές τάσεις. Σήμερα, παρά το γεγονός ότι το εκλογικό σύστημα υποστηρίζει τον δικομματισμό πριμοδοτώντας το πρώτο κόμμα με 50 έδρες, σε αντίθεση με την απλή αναλογική του 1989-90, είναι φανερό ότι οι ψηφοφόροι θεωρούν υπεύθυνα της εθνικής χρεοκοπίας τα κόμματα εξουσίας, στρεφόμενοι είτε στην αποχή είτε στην ψήφο διαμαρτυρίας, την οποία εκφράζουν τα μικρότερα κόμματα.
Το πρόβλημα της Ελλάδας παραμένει πρωτίστως πολιτικό. Η διόγκωση του δημόσιου χρέους και η κατάρρευση της παραγωγικής βάσης της χώρας οφείλονται ιδίως στην ανεπάρκεια της πολιτικής τάξης. Ταυτόχρονα, ένα πολιτικό σύστημα που ούτε εν μέσω κατακλυσμιαίων γεγονότων δεν επιτρέπει τον παραμερισμό του κανόνα της πολιτικής σύγκρουσης εν ονόματι μιας έστω παροδικής και κατ’ εξαίρεση εθνικής συναίνεσης, εμπεριέχει το γονίδιο της αυτοκαταστροφής του. Η έννοια της συναίνεσης μοιάζει άλλωστε ταυτισμένη στην ελληνική πολιτική κουλτούρα με την πολιτική, ιδεολογική ή ταξική προδοσία. Έτσι ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα πώς θα πορευθούν μετά τις ερχόμενες εκλογές τα σπαράγματα του δικομματισμού και τα πολυδιασπασμένα κόμματα Αριστεράς και Δεξιάς, στο αποκορύφωμα της πολύπλευρης κρίσης.