ΤΟ ΑΝΑΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΑΚΤΙΒΙΣΜΟΥ

Εφημερίδα “ΕΘΝΟΣ”, Ένθετα – Forum 27/1/2013

Η ελληνική Δικαιοσύνη, παρά τη βραδυπορία και τις λοιπές παθογένειες του δικαστικού συστήματος, δεν αποτελεί πειθήνιο όργανο των κυβερνώντων, ακόμη και όταν αυτοί διαθέτουν ευρύτατη λαϊκή νομιμοποίηση.
Η συζήτηση για τα όρια (συν)διαμόρφωσης των πολιτικών αποφάσεων από τον δικαστή είναι εξίσου παλιά με το ερώτημα πόσο ανεξάρτητη (μπορεί να) είναι η Δικαιοσύνη από πολιτικές παρεμβάσεις. Στην παραδοσιακή θεωρία οι απαντήσεις μοιάζουν απλές: ο δικαστής περιορίζεται σε νομικές κρίσεις ενώ η πολιτική εξουσία έχει την ευθύνη λήψης πολιτικών αποφάσεων και υλοποίησής τους. Πόσο ευκρινής είναι, ωστόσο, η διάκριση μεταξύ νομικών κρίσεων και πολιτικών αποφάσεων; Πόσο ανεπηρέαστος μπορεί να θεωρείται ο δικαστής, όταν μια σειρά ζητημάτων που αφορούν το εν γένει υπηρεσιακό καθεστώς και την εξέλιξή του συγκαθορίζονται από τους εκάστοτε κυβερνώντες, με κλασικότερο παράδειγμα τη συνταγματική πρόβλεψη ότι η ηγεσία των τριών ανώτατων δικαστηρίων ορίζεται με απόφαση της κυβέρνησης;
Παρ’ όλα αυτά το μείζον πρόβλημα της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα δεν είναι η αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας της από την πολιτική τάξη. Τόσο το Συμβούλιο της Επικρατείας, ένας θεσμός που διατήρησε το κύρος του παρά τη γενικευμένη κρίση θεσμών, όσο και απλά ειρηνοδικεία έχουν το ανάστημα να αντιτάσσονται σε κρίσιμες πολιτικές επιλογές. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η ελληνική Δικαιοσύνη επέδειξε έντονο ακτιβισμό σε θέματα περιβαλλοντικής προστασίας, κοινωνικής πολιτικής ή οικονομικών ελευθεριών αποδεικνύοντας ότι, παρά τη βραδυπορία και τις λοιπές παθογένειες του δικαστικού συστήματος, δεν αποτελεί πειθήνιο όργανο των κυβερνώντων ακόμη και όταν αυτοί διαθέτουν ευρύτατη λαϊκή νομιμοποίηση. Αυτός ο δικαστικός ακτιβισμός έχει άλλωστε προκαλέσει συχνά την κριτική ή και φραστικές εκρήξεις υπουργών.
Αξιοσημείωτη είναι πάντως η στάση που κράτησαν οι δικαστές απέναντι στα περιοριστικά μέτρα μετά την κρίση, τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες πληττόμενες χώρες της Νότιας Ευρώπης. Υιοθετώντας κατ’ ουσίαν τη διαφοροποίηση μεταξύ πεδίων υψηλής και τρέχουσας πολιτικής, ο δικαστής επέδειξε μία αξιοπρόσεκτη αυτοσυγκράτηση, αποφεύγοντας κατά κανόνα να ανατρέψει τη στρατηγική δημοσιονομικής προσαρμογής ή τη διαπραγματευτική τακτική που προέκριναν οι κυβερνήσεις απέναντι στην τρόικα και στους Ευρωπαίους εταίρους. Με κορυφαίο παράδειγμα την απόφαση του ΣτΕ για το Μνημόνιο Ι, ο δικαστής δεν υποκατέστησε την πολιτική τάξη σε αποφάσεις υψηλής πολιτικής, ούτε καν σε περιπτώσεις όπου η επιχειρηματολογία υπέρ της αντισυνταγματικότητάς τους υπήρξε ισχυρότατη.
Ο δικαστής αναπόδραστα, όταν καλείται να κρίνει πάνω σε ζητήματα που ενδεχομένως επηρεάζουν τη συνολική πορεία της χώρας, κινείται στα όρια μεταξύ πολιτικής απόφασης και νομικής κρίσης. Η διασφάλιση του κύρους του και η πειστική τεκμηρίωση των αποφάσεών του αποτελούν προϋπόθεση για να επιτελέσει με αξιοπιστία τη λειτουργία του. Από την άλλη πλευρά έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι η πολιτική υπερισχύει, στα υψηλά θέματα, απέναντι στον δικαστή. Το New Deal τη δεκαετία του ’30 συνοδεύθηκε από νομολογιακή στροφή και «υποταγή» του δικαστή στην πολιτική, όπως και οι μεταρρυθμίσεις του Βίλι Μπραντ στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στη Γερμανία και του Μιτεράν τη δεκαετία του ’80. Επρόκειτο, όμως, πράγματι για υψηλή πολιτική στις περιόδους αυτές και όχι για κακέκτυπο αποτυχημένων συνταγών του ΔΝΤ όπως αυτές που ακολουθούνται την τελευταία τριετία στην Ευρώπη.