Το δίλημμα της αναθεώρησης

Τα Νέα, 16/07/19

Το δίλημμα για την κυβερνητική πλειοψηφία είναι αν θα ολοκληρώσει την αναθεωρητική διαδικασία που ξεκίνησε με πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ ή θα προχωρήσει σε ένα νέο αναθεωρητικό εγχείρημα, περιλαμβάνοντας στις αναθεωρητέες και διατάξεις που δεν υπερψηφίστηκαν από την προηγούμενη Βουλή. Το μειονέκτημα της δεύτερης επιλογής δεν είναι μόνο ότι η ολοκλήρωση της αναθεώρησης παραπέμπεται για μετά τις επόμενες εκλογές, ενδεχομένως δηλαδή για το 2023, αλλά ιδίως ότι θα συνεχίσουν να ισχύουν μέχρι τότε ανορθολογικές ή προβληματικές διατάξεις που μπορεί να προκαλέσουν δυσλειτουργίες του πολιτικού συστήματος, με πιο ορατή τη διαδικασία εκλογής  του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Τέσσερα κρίσιμα άρθρα για τη λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος υπερψηφίστηκαν με ευρύτατη πλειοψηφία, που υπερέβαινε κατά πολύ τις 180 ψήφους, με τη στήριξη τόσο της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας όσο και της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Πιο συγκεκριμένα, τα άρθρα αυτά ρυθμίζουν την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, την ποινική ευθύνη των υπουργών, τη βουλευτική ασυλία και την ανάδειξη των μελών των ανεξάρτητων αρχών. Η επίτευξη των αυξημένων πλειοψηφιών ως προς τα τέσσερα αυτά κρίσιμα άρθρα συνεπάγεται ότι η παρούσα Βουλή έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει στην τροποποίησή τους με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών, δηλαδή αρκούν 151 ψήφοι, χωρίς να απαιτείται να συναινέσει η αντιπολίτευση. 
Το δέλεαρ για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι ιδίως ότι έχει τη δυνατότητα να αναθεωρήσει το άρθρο 32, έτσι ώστε να απεμπλακεί η προεδρική εκλογή από το ενδεχόμενο πρόωρης διάλυσης της Βουλής. Άρα η εκλογή Προέδρου, που θα πραγματοποιηθεί τον ερχόμενο Ιανουάριο, δεν θα συνιστά πλέον ένα υπερόπλο στα χέρια της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την προκήρυξη πρόωρων εκλογών. Ένα τέτοιο σενάριο αποτελεί πάντα ωρολογιακή βόμβα για την εκάστοτε κυβέρνηση και, πολύ περισσότερο, για την παρούσα κυβέρνηση αφού οι επόμενες εκλογές θα πραγματοποιηθούν με το σύστημα απλής αναλογικής που θεσμοθέτησε ο ΣΥΡΙΖΑ. 
Σύμφωνα με μία εκδοχή, ο ΣΥΡΙΖΑ προβλέποντας πριν από λίγους μήνες ότι θα χάσει τις  εκλογές, επιχείρησε να εγκλωβίσει τη Νέα Δημοκρατία με το δέλεαρ της αναθεώρησης της προεδρικής εκλογής στην παγίδα της πενταετούς συνταγματικής προθεσμίας για την έναρξη μίας νέας αναθεωρητικής διαδικασίας, ώστε να αποτρέψει τη σημερινή πλειοψηφία από το να ξεκινήσει άμεσα μία νέα διαδικασία αναθεώρησης, στην οποία θα υιοθετηθούν αλλαγές μείζονος ιδεολογικοπολιτικής βαρύτητας όπως η αναθεώρηση του άρθρου 16 για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων και η κατοχύρωση του λεγόμενου χρυσού δημοσιονομικού κανόνα που πρότεινε η Νέα Δημοκρατία. Τον στόχο αυτό φαίνεται ότι τον πέτυχε.
 
Από τη στιγμή που Νέα Δημοκρατία και ΚΙΝΑΛ αθροίζουν 180 ψήφους, άρα θα μπορούσαν να συμφωνήσουν στο πρόσωπο του νέου Προέδρους της Δημοκρατίας, ο κίνδυνος των πρόωρων εκλογών τον ερχόμενο Φεβρουάριο απομακρύνεται. Υπαρκτός παραμένει βέβαια ο κίνδυνος, αν δεν αναθεωρηθεί το άρθρο 54 του Συντάγματος που αφορά τον εκλογικό νόμο, οι επόμενες εκλογές να γίνουν με απλή αναλογική. Σε τελική ανάλυση όμως, προτιμότερο είναι να ολοκληρωθεί η παρούσα διαδικασία με τη σύμπραξη των ευρύτερων δυνατών πλειοψηφιών, παρά να παραπεμφθεί σε ένα άδηλο μέλλον.