ΧΩΡΙΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΙΔΕΕΣ

Εφημερίδα ΈΘΝΟΣ, ένθετο “Forum”, 17/3/2012

Μοιάζει απίστευτο, και όμως σε καμία από τις 15 χώρες της «παλιάς Ευρώπης» δεν διαθέτει σήμερα κυβερνητική αυτοδυναμία κάποιο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Μάλιστα, στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία, Ισπανία) τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν μετέχουν καν στην κυβέρνηση. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η εικόνα παρακμής στις Σκανδιναβικές χώρες, παρότι τα σοσιαλδημοκρατικά προγράμματα έχουν καταστεί αναπόσπαστο τμήμα της θεσμικής φυσιογνωμίας του κράτους μετά πέντε δεκαετίες μεταπολεμικής μονοκρατορίας: στη Σουηδία αντιπολίτευση, στη Φινλανδία έλασσον κόμμα σε κυβέρνηση συνεργασίας, στη Νορβηγία επικεφαλής κυβέρνησης συνασπισμού.
Τα αίτια της υποχώρησης των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων συνδέονται ιδίως με την κρίση του κοινωνικού κράτους και την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού. Την καρδιά του προγράμματος της σοσιαλδημοκρατίας αποτελεί ιστορικά η διασφάλιση ενός προστατευτικού πλέγματος της εργασίας και η εγγύηση ισχυρών θεσμών κοινωνικής προστασίας. Η έλευση της μεταφορντικής εποχής και η φιλελευθεροποίηση του διεθνούς εμπορίου συνεπάγονται την αναδιοργάνωση των εργασιακών σχέσεων, με επίκεντρο την εξατομίκευση, την ευελιξία, την κινητικότητα των εργαζομένων και την ανάπτυξη των λεγόμενων άτυπων δικτύων απασχόλησης. Ο,τι θεωρούνταν κατοχυρωμένο, προβλέψιμο και σταθερό για την εργασία σταδιακά μετατρέπεται σε αβέβαιο, σαθρό και επισφαλές. Ταυτόχρονα, ο κεϊνσιανισμός και το κοινωνικό κράτος, ακόμη και στις χώρες όπου λειτούργησαν αποτελεσματικά, δέχθηκαν συστηματική κριτική από φιλελεύθερα και συντηρητικά ρεύματα ήδη από τη δεκαετία του ΄80.
Ο μετασχηματισμός των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στα υβρίδια των «Νέων Εργατικών», του «Τρίτου Δρόμου», της γερμανικής «Ατζέντας 2000» ή του εκσυγχρονιστικού παραδείγματος αποτέλεσε εγχείρημα προσαρμογής στον νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας και στις μεταβολές της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Ομως συνοδεύθηκε από δυσβάστακτο πολιτικό κόστος. Η εφαρμογή ενός ιδιότυπου, «νοθευμένου» σοσιαλδημοκρατικού μονεταρισμού, όπου η διάσταση του μονεταρισμού επικρατούσε έναντι της αρχής της κοινωνικής αλληλεγγύης, είχε ως συνέπεια τη διάρρηξη της σχέσης με κατηγορίες παραδοσιακών ψηφοφόρων, ιδίως όμως οδήγησε στην πολιτική τους αναξιοπιστία. Σε συνάρτηση με φαινόμενα πολιτικής διαφθοράς, παρακολούθημα της «γοητείας της εξουσίας», τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη βρέθηκαν μπροστά στη διεθνή οικονομική κρίση αποδυναμωμένα και ανέτοιμα να αρθρώσουν πειστικό πολιτικό λόγο.
Είναι θλιβερό ότι αντί η κρίση να αποτελέσει έναυσμα ανασυγκρότησης και εμπλουτισμού του ιδεολογικού και οργανωτικού οπλοστασίου των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, τα μετέτρεψε σε απλούς διαχειριστές της αποτυχίας των νεοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων. Ο πολιτικός τους λόγος, κατεξοχήν στα κράτη που πλήττονται περισσότερο από την κρίση, εμφανίζεται απολογητικός, χωρίς φαντασία, χωρίς νέες ιδέες. Στις χώρες όπου συγκυβερνούν, η εισφορά τους δεν απέκλινε ούτε κατά κεραία από μία μικρολογιστική αντίληψη-ουραγό των χρεοκοπημένων νεοφιλελευθέρων συνταγών. Προφανώς ένα διαφορετικό μοντέλο δεν μπορεί να συγκροτηθεί σήμερα σε επίπεδο εθνικών κρατών, αλλά προϋποθέτει τον αναπροσανατολισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής και τον απεγκλωβισμό της από τον άξονα Μερκοζί. Ωστόσο, για να γίνει αυτό απαιτείται τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να πείσουν ότι διαθέτουν εναλλακτική πρόταση. Μεταξύ τακτικισμών και λαϊκισμού ο δρόμος μοιάζει δύσβατος.