ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ

Εφημερίδα “ΕΘΝΟΣ”, 6/7/2010

Η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των πανελλαδικών εξετάσεων αποτελεί κάθε χρόνο αφορμή ελπίδας για χιλιάδες οικογένειες. Όμως για τους νέους το μέλλον δεν διαγράφεται απλώς αβέβαιο και επισφαλές, αλλά ζοφερό και σισύφειο. Όσοι πρωτοβγαίνουν στην αγορά εργασίας καλούνται να αντιμετωπίσουν έναν δύσμορφο Λεβιάθαν. Αν στις πρόσφατες μετρήσεις η ανεργία των νέων εγγίζει το 35%, οι προγνώσεις αναφέρονται σε εκρηκτική αύξησή της μέχρι και το 50%, ενώ για όσους εξασφαλίσουν μία θέση εργασίας οι προοπτικές εμφανίζονται εξίσου δυσοίωνες: Στην πλειονότητά τους πρόκειται για εργασιακές σχέσεις χαμηλόμισθες, συχνά μερικής απασχόλησης στα χαρτιά, αλλά υπερωριακής στην πράξη, χωρίς επαρκή ασφαλιστική κάλυψη, μη συναφείς με το εκπαιδευτικό τους υπόβαθρο και υπό τη διαρκή απειλή της απόλυσης.
Τα κροκοδείλια δάκρυα των συνενόχων στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου δεν εισφέρουν τίποτα περισσότερο από μια θλιβερή υπόκρουση στην ερήμην καταδίκη μιας ολόκληρης γενιάς νέων ανθρώπων, που μόλις τώρα συνειδητοποιούν ότι σε τελική ανάλυση αυτοί θα πληρώσουν τα χρέη των χρυσών παιδιών της μεταπολιτευτικής ευφορίας. Οι νέοι βιώνουν σήμερα, πέρα από το διαρκές άγχος της ανεργίας, τις έντονες ανισότητες στην εκπαίδευση και τις ανύπαρκτες ευκαιρίες για έρευνα, καινοτομία και ανάπτυξη επιχειρηματικότητας.
Σε ένα ακραία δύσοσμο πολιτικό περιβάλλον, όπου η απαξίωση των πολιτικών κομμάτων και ευρύτερα της πολιτικής τάξης αποτελεί κοινό τόπο, το κύριο πρόβλημα δεν εντοπίζεται στη διάψευση προσδοκιών, αφού οι προσδοκίες ούτως ή άλλως έχουν συρρικνωθεί στην επιβίωση, αλλά στην εκ των προτέρων απόρριψη της δυνατότητας μιας εναλλακτικής διαδρομής. Είτε αυτό αποκληθεί απουσία οράματος, είτε συστημική απαισιοδοξία, είτε κατάργηση της ελπίδας, για τους νέους ανθρώπους πρόκειται για το επικινδυνότερο πεδίο αναφοράς.
Τι μπορεί να εκκολάψει η επικράτηση της αντίληψης ότι όλα είναι στημένα, διεφθαρμένα και μη επιδεχόμενα αλλαγής; Η ίδια η καταγγελία της αναξιοκρατίας, της αρπαχτής και της ευτέλειας χάνει πλέον το νόημά της όταν εκφυλίζεται σε φτηνό, επαναλαμβανόμενο μιντιακό θέαμα, όπου οι καταγγέλλοντες δεν παρουσιάζουν εμφανή ίχνη διαφοροποίησης, έστω αισθητικής, από τους καταγγελλόμενους. Υπό άλλες συνθήκες, μια τέτοια οικονομική, πολιτική και αξιακή παρακμή θα τροφοδοτούσε έναν «αριστερόστροφο» εξεγερσιακό λόγο, ή θα διέσπειρε το «δεξιόστροφο» μίσος εναντίον των Άλλων, όποιοι και αν ήταν αυτοί. Ούτε κάτι τέτοιο φαίνεται όμως τώρα να εκφράζεται με πληρότητα, αφού υπερισχύουν τα αντανακλαστικά μιας ιδιότυπης οργής, που συνοδεύεται από απάθεια, μιας δικαιολογημένης αγανάκτησης που εκφράζεται ναρκοληπτικά ως αποξένωση από την ασθμαίνουσα πραγματικότητα.
Για μια πολιτεία το έσχατο όριο της χρεοκοπίας συνίσταται στην περιφρόνηση προς τη νέα γενιά. Μόνο από αυτή τη «γενιά του χάους» θα μπορούσε ενδεχομένως να αναδυθεί ένας καινούργιος δυναμισμός. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι ήδη οι επαγγελματίες της πολιτικής «ψαρεύουν» τριαντάρηδες για τις προσεχείς μικροκομματικές αναμετρήσεις. Ωστόσο η προσθήκη ορισμένων άφθαρτων προσώπων στο παλιό κάδρο δεν αρκεί πια για να διασωθεί ένα χρεοκοπημένο πολιτικό και αναπτυξιακό πρότυπο.