ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΗΦΟ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ;

Εφημερίδα “Ελευθεροτυπία”, 31/12/2009

 
Το νομοσχέδιο του υπουργείου Εσωτερικών, που προβλέπει το δικαίωμα των νόμιμων μεταναστών να ψηφίζουν στις δημοτικές εκλογές και να εκλέγονται στα δημοτικά όργανα, έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση των κομμάτων της Δεξιάς.
Ηδη προτάθηκε από τον ΛΑΟΣ η διεξαγωγή δημοψηφίσματος, ώστε να αποφανθεί άμεσα το εκλογικό σώμα πάνω στο επίμαχο ζήτημα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που στην εξέλιξη αυτή διακρίνουν ομοιότητες με τη σύγκρουση της κυβέρνησης Σημίτη με τη Δεξιά, αλλά και με την Εκκλησία, για τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Πόσο παραπλήσιες είναι όμως οι δύο περιπτώσεις;
Κατ ‘αρχάς αναμφισβήτητο είναι ότι στην περίπτωση των ταυτοτήτων δεν επιτρεπόταν, κατά το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η διεξαγωγή δημοψηφίσματος, για τον απλούστατο λόγο ότι τόσο η θρησκευτική ελευθερία όσο και η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν εξαρτώνται από τις αντιλήψεις της πλειοψηφίας. Ακόμη και αν η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών επιθυμούσε την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες, μια τέτοια επιλογή θα παραβίαζε δικαιώματα που είναι αδιαπραγμάτευτα στις σύγχρονες έννομες τάξεις, όπως άλλωστε αποφάνθηκε τότε το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αντίθετα, στην περίπτωση της ψήφου των μεταναστών δεν υφίσταται ούτε συνταγματική ούτε διεθνής ούτε ευρωπαϊκή-κοινοτική δέσμευση του κράτους να κατοχυρώσει ένα τέτοιο δικαίωμα, ούτε όμως, από την άλλη πλευρά, προβλέπεται συνταγματική ή άλλη υπερνομοθετική απαγόρευση της συμμετοχής των μεταναστών στις εκλογές για την ανάδειξη των οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Δημοψήφισμα κατά το Σύνταγμα (άρθρο 44 παρ. 2) μπορεί να διεξαχθεί είτε για κρίσιμα εθνικά ζητήματα είτε για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα. Τα πολιτικά δικαιώματα των μεταναστών θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο είτε της μιας είτε της άλλης μορφής δημοψηφίσματος, αφού ως εθνικά ζητήματα δεν χαρακτηρίζονται μόνο όσα αφορούν την εξωτερική πολιτική ή την εθνική άμυνα. Συνεπώς, νομικά προβλήματα κακώς τίθενται από τις αντιπαρατιθέμενες πλευρές. Η συμμετοχή των μεταναστών στις δημοτικές εκλογές αποτελεί αμιγώς ζήτημα πολιτικής απόφασης, αλλά και επιλογής της ελληνικής κοινωνίας ως προς τον ρόλο που επιφυλάσσει στους μετανάστες. Είναι σήμερα ώριμη η ελληνική κοινωνία να αντισταθεί σε ρατσιστικά και ξενοφοβικά σύνδρομα; Επιμένουμε να εκμεταλλευόμαστε τους μετανάστες ως φτηνό εργατικό δυναμικό σε απασχολήσεις σημαντικές και αναγκαίες μεν, τις οποίες αρνούμαστε οι ίδιοι να αναλάβουμε, χωρίς όμως να τους αναγνωρίζουμε στοιχειώδη πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα; Επιλέγουμε οι άνθρωποι που φροντίζουν τα παιδιά και τους ηλικιωμένους γονείς μας να μην είναι ενταγμένοι στην κοινωνία; Θέλουμε τους μετανάστες περιθωριοποιημένους, γκετοποιημένους και αποξενωμένους ή θεωρούμε πως η ενσωμάτωση τους στην ελληνική κοινωνία είναι προς όφελος όλων; Ενώ απαξιώνουμε το εκλογικό μας δικαίωμα και ψηφίζουμε μαζικά «αποχή», γιατί να το στερούμε, έστω στις δημοτικές εκλογές, από ανθρώπους που έχουν δώσει ζωή σε εγκαταλελειμμένους δήμους;
Η κυβέρνηση διαθέτει νωπή λαϊκή εντολή. Στο πρόγραμμά της περιλαμβάνεται η πολιτική συμμετοχή των μεταναστών. Θα ήταν λάθος να υποκύψει σε δημοψηφισματικά διλήμματα, τα οποία θα δώσουν βήμα σε φωνές που συνειδητά ή ανεπίγνωτα εκτρέφουν το αβγό του φιδιού. Η επικράτηση της συνταγματικής νομιμότητας και των δικαιωμάτων στην περίπτωση των ταυτοτήτων είχε σοβαρό κόστος, αφού διχάστηκε αναίτια η ελληνική κοινωνία. Ας μην επαναλαμβάνεται μια παρόμοια πολεμική σε κάθε βήμα εκπολιτισμού της πολιτείας. Η ψήφος των μεταναστών θα αποτελέσει μια σημαντική στιγμή για τη δημοκρατία μας, ανάλογη της κατοχύρωσης της καθολικής ψηφοφορίας και της ψήφου των γυναικών, που ασφαλώς κανείς δεν θα διανοούνταν πλέον να αμφισβητήσει.