Dnews, 9.11.2025
Στην έκθεσή του που δημοσιεύτηκε την περασμένη Τετάρτη το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υποδεικνύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να αποδομήσει περαιτέρω το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, δηλαδή τους μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας και ρύθμισης της εργασίας, περιορίζοντας τις δαπάνες για την υγεία, την παιδεία, την ασφάλιση, τη στεγαστική πολιτική, την απασχόληση και τις ευάλωτες ομάδες. Το επιχείρημα είναι ότι οι δημογραφικές πιέσεις, το κόστος της κλιματικής μετάβασης και η απόφαση να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες προκαλούν διαρθρωτικές δημοσιονομικές πιέσεις και αύξηση του δημόσιου χρέους στα κράτη μέλη.
Αυτό που δεν αναφέρει ωστόσο η έκθεση του ΔΝΤ είναι ότι η υπόδειξη για μείωση των κοινωνικών δαπανών υποκρύπτει μία συγκεκριμένη ιδεολογική, οικονομική και πολιτική αντίληψη, που απορρίπτει την αναπτυξιακή διάσταση του κοινωνικού κράτους, αρνείται να αναζητήσει εναλλακτικές μορφές συγκράτησης των δημοσιονομικών δαπανών και αδιαφορεί για τις κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις από τη συρρίκνωση της κοινωνικής προστασίας, ανάμεσα στις οποίες είναι ήδη ορατή η ραγδαία άνοδος της αντισυστημικής Ακροδεξιάς.
Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο αποτελεί πολιτισμική κατάκτηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών, που τις διαφοροποιεί από το αμερικανικό, το γιαπωνέζικο και το κινέζικο πρότυπο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Θεμελιώνεται σε συγκεκριμένες αξίες για την οργάνωση της κοινωνικής συμβίωσης και σε αρχές όπως η αλληλεγγύη, η κοινωνική δικαιοσύνη και η αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο υποστηρίζει κοινωνικές αλλαγές που βελτιώνουν τη συλλογική ευημερία, την ένταξη των ευάλωτων ομάδων, τη δημιουργία συνεκτικών κοινωνιών και τη διαμόρφωση σταθερών θεσμών για την ενίσχυση του κόσμου της εργασίας και της κοινωνικής κινητικότητας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα όφειλε να θέσει κατά προτεραιότητα το κρίσιμο ερώτημα με ποια θεσμικά εργαλεία θα αντιμετωπιστούν οι νέοι κοινωνικοί κίνδυνοι που πλήττουν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, απειλώντας όχι μόνο την επιβίωση των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων αλλά και τη διατήρηση ενός αξιοπρεπούς εισοδήματος για τις μεσαίες κοινωνικές τάξεις, οι οποίες βιώνουν μια παρατεταμένη περίοδο επισφάλειας και αποτελούν πλέον μεγάλο τμήμα του πρεκαριάτου, δηλαδή των ανθρώπων που βιώνουν διαρκή ανασφάλεια ως προς τη διατήρηση της απασχόλησης και ενός σταθερού επιπέδου διαβίωσης. Όλα αυτά προκαλούν, ταυτόχρονα, σοβαρούς κινδύνους για τη δημοκρατία, καθώς συνδέονται με την άνοδο του ακροδεξιού λαϊκισμού και των αντισυστημικών δυνάμεων.
Αντ’ αυτού το ΔΝΤ προτάσσει στην πράξη τις αντιλήψεις που υποστηρίζουν την επιβίωση του ισχυρότερου, παραπέμποντας σε έναν ανταγωνισμό χωρίς όρια, μέσα από τον οποίο θα επιβιώσουν εκείνα τα άτομα, οι επιχειρήσεις και οι κοινωνικές ομάδες που έχουν την ικανότητα να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις των αγοραίων οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων.
Παρότι, λοιπόν, η χρήση του κοινωνικού δαρβινισμού από ολοκληρωτικά καθεστώτα, που ισοπέδωναν την ατομικότητα, απαξίωσε και περιθωριοποίησε τη ρατσιστική όψη του, από την άλλη πλευρά η ατομικιστική προσέγγισή του, στα όρια του οικονομικού αναρχισμού, ενισχύθηκε στο πλαίσιο των νεοφιλελεύθερων δογμάτων που κυριαρχούν παγκοσμίως την τελευταία εικοσαετία.
Το κοινωνικό κράτος δυσφημίστηκε ως παρασιτικό και αντιαναπτυξιακό, οι πολιτικές αναδιανομής του εισοδήματος λοιδορήθηκαν ως άδικες και προάγουσες τη μαλθακότητα των επωφελούμενων, ενώ οι υπέρογκες αμοιβές των golden boys και η έκρηξη των κοινωνικών ανισοτήτων νομιμοποιήθηκαν με βάση το αξίωμα της επιβίωσης του ισχυρότερου ή του πιο ευπροσάρμοστου στην παγκοσμιοποιημένη αγοραία οικονομία.
Η Ευρώπη βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο πνέει τα λοίσθια. Το αμέσως επόμενο διάστημα θα κριθεί αν θα συνεχίσει να υπάρχει ή θα μετατραπεί και η Ευρώπη σε τόπο όπου οι πιο αδύναμοι θα κινδυνεύουν με αφανισμό και τα μεσαία στρώματα θα μετατρέπονται σωρηδόν στο νέο πρεκαριάτο. Το τελικό ερώτημα είναι αν υπάρχουν οι πολιτικές δυνάμεις που θα αντισταθούν και αν οι λαοί της Ευρώπης θα επιδείξουν στοιχειώδη αντανακλαστικά αυτοσυντήρησης.