ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ;

Εφημερίδα “ΕΘΝΟΣ”, 11/1/2011

Η ελληνική κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι η κρίση αποτέλεσε ευκαιρία για την επιβολή νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Η μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων και των συνταξιούχων θεμελιώθηκε πολιτικά και νομικά στην επίκληση του δημόσιου συμφέροντος, όπου ως τέτοιο νοείται η αποτροπή της χρεοκοπίας, χωρίς όμως να επιτευχθεί δίκαιη κατανομή των βαρών. Στο ερώτημα γιατί το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται κατά βάση με τέτοιου τύπου πολιτικές, οι απαντήσεις ποικίλλουν. Η κρατούσα θεωρία υποστηρίζει ότι για τη μείωση του ελλείμματος και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας επιβάλλεται η συρρίκνωση των μισθών, των συντάξεων, των κοινωνικών παροχών και των δημόσιων επενδύσεων. Πρόκειται για την κλασική θατσερική θέση ότι «δεν υπάρχει άλλη λύση».
Ωστόσο, έτσι υποβαθμίζεται το βιοτικό επίπεδο, αφυδατώνονται οι αναπτυξιακές προοπτικές, καταρρέει η κοινωνική συνοχή, ενώ δεν επιτυγχάνεται η επιδιωκόμενη αύξηση της ανταγωνιστικότητας, η οποία στη χώρα μας ελάχιστα συναρτάται με το κόστος της εργασίας.
Υπάρχει άλλος δρόμος για να μειωθούν τα ελλείμματα και το δημόσιο χρέος; Η προφανής απάντηση είναι ότι απαιτείται επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και αναπροσανατολισμός του αναπτυξιακού μοντέλου το ταχύτερο δυνατό. Πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό; Με μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις σε όλες τις δημόσιες πολιτικές, ξεκινώντας από τη μείωση της γραφειοκρατίας που εμποδίζει την επιχειρηματικότητα και καταλήγοντας στον ανασχεδιασμό του εκπαιδευτικού συστήματος.
Η σπατάλη και η αδιαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος είναι άλλωστε αποδεδειγμένες και εξοργιστικές. Αν οι πόροι που διοχετεύονται στο σύστημα υγείας, στην εκπαίδευση, στις αμυντικές δαπάνες εκλογικεύονταν και αξιοποιούνταν με γνώμονα τη χρηστή διοίκηση, τότε θα διαπιστωνόταν ότι οι περικοπές που επιβλήθηκαν στα εισοδήματα, ιδίως των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων, ήταν περιττές και βάναυσες. Πέρα από αυτό, η ποιότητα των κοινωνικών υπηρεσιών και της εκπαίδευσης θα μπορούσε να αναβαθμιστεί ακόμη και με μείωση της κρατικής δαπάνης, εφόσον έπιαναν τόπο οι διαθέσιμοι πόροι. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι γιατί δεν ακολουθείται μία τέτοια στρατηγική αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης. Μία πρώτη απάντηση εντοπίζεται στα ποικιλώνυμα συμφέροντα που απομυζούν τα κρατικά ταμεία, μεταξύ των οποίων και το πολιτικό χρήμα. Η εγκατάσταση «ιδιότυπων συμφερόντων» στις παρυφές ή και εντός των κρατικών μηχανισμών έχει καταστεί εγγενές χαρακτηριστικό του πολιτικού συστήματος και της δημόσιας διοίκησης.
Παρότι η σημερινή κυβέρνηση φαίνεται να διαπνέεται από σταθερή βούληση να ανατρέψει αυτό το πλαίσιο λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας, είναι φανερό ότι δεν διαθέτει ένα συνεκτικό σχέδιο, γεγονός που έχει επισημανθεί και από προβεβλημένα στελέχη της. Χωρίς μακρόπνοο πολιτικό σχεδιασμό και αυστηρό συντονισμό καμία αποσπασματική κυβερνητική επιτυχία δεν μπορεί να αποτρέψει την ανακύκλωση της ανομίας, της σπατάλης, της αναποτελεσματικότητας και της κοινωνικής αδικίας. Την απλή αυτή αλήθεια αντιλαμβάνονται οι ξένοι δανειστές, με αποτέλεσμα να σφίγγουν διαρκώς την «πολιορκία». Όσο το κράτος και η πολιτική τάξη συνεχίζουν να λειτουργούν με εκφυλιστικούς όρους, καμία θυσία των πολιτών δεν θα αποδειχθεί επαρκής για την έξοδο από την κρίση.