H γενιά της απελπισίας

Dnews, 3.4.2026

Ας φύγουμε για λίγο από τις μακροσκοπικές θεσμικές και πολιτικές προσεγγίσεις όσων συμβαίνουν στη χώρα και στον κόσμο, κι ας σταθούμε σε όσα συμβαίνουν ακριβώς δίπλα μας, σε μία κοινωνία που υπνοβατεί, αντικρίζοντας καταπρόσωπο πώς οι απονευρωμένες εργασιακές σχέσεις, οι κοινωνικές και διαγενεακές ανισότητες, η στεγαστική κρίση και το ελλειμματικό κράτος πρόνοιας διαρρηγνύουν την κοινωνική συνοχή και εμπλέκουν τη γενιά των πολλαπλών κρίσεων σε έναν φαύλο κύκλο κοινωνικής ευπάθειας.

Μιλάω τακτικά με νέους ανθρώπους, κυρίως τωρινούς και παλιότερους μεταπτυχιακούς φοιτητές μου αλλά και νέους φίλους/ες στην ηλικία γύρω στα 30, λίγο μικρότερους λίγο μεγαλύτερους. Είναι διαφορετικό να ακούς από πρώτο χέρι τα βιώματά τους από το να διαβάζεις αναλύσεις γι’ αυτή τη γενιά. Η κατάστασή τους είναι δύσκολη και εξαιρετικά ανησυχητική. Οι περισσότεροι αναγκάζονται να ζουν ακόμη με τους γονείς. Τα ζευγάρια δυσκολεύονται να καλύψουν τη δαπάνη της συμβίωσης, δεν συζητάνε καν για απόκτηση παιδιού. Δουλεύουν ατέλειωτες ώρες σε δύο τουλάχιστον δουλειές, κακοπληρωμένες, μερικής απασχόλησης συνήθως, μακριά από το αντικείμενο των σπουδών τους και χωρίς προοπτικές εξέλιξης. Οι συνολικές μηνιαίες απολαβές τους δύσκολα ξεπερνάνε τα 1.000 ευρώ.

Για όσους/ες έχουν έρθει από την περιφέρεια στην Αθήνα, τα κύματα ακρίβειας στη στέγη και στα βασικά αγαθά προκαλούν τεράστιο άγχος. Πολλοί δουλεύουν σεζόν, που σημαίνει ότι τον μισό χρόνο βρίσκονται σε τουριστικούς προορισμούς, με ατελείωτα ωράρια και κακές συνθήκες ζωής, μακριά από τους οικείους τους, προσπαθώντας να αποταμιεύσουν λίγα χρήματα για να καλύψουν οτιδήποτε πέρα από τα τρέχοντα.

Αυτή είναι η πραγματικότητα, την οποία οι χρυσοκάνθαροι και οι ελαφροχέρηδες των κέντρων διακυβέρνησης και των περίεργων μπίζνες, οι πολιτικοί του ΟΠΕΚΕΠΕ, των υποκλοπών και των προνομίων, οι επαγγελματίες της εύφορης κοιλάδας των ξοδεμένων Ταμείων Ανάκαμψης, των απευθείας αναθέσεων και των καφεστιατορίων Κολωνακίου, Γλυφάδας και Μυκόνου αγνοούν πλήρως ή δεν θέλουν καν να γνωρίζουν.

Αναρωτιέμαι πότε θα τελειώσει η υπομονή αυτών των νέων ανθρώπων, του σημερινού πρεκαριάτου των αβίωτων πόλεων, που χτυπάνε πόρτες ξέροντας ότι δεν θα ανοίξουν ποτέ αν δεν έχουν «άκρες» στα κέντρα πολιτικής και οικονομικής επιρροής. Νέοι άνθρωποι που κρύβουν με αξιοπρέπεια την απελπισία που τους κυκλώνει, μιλάνε χαμηλόφωνα και παλεύουν για τα στοιχειώδη της επιβίωσης. Και βέβαια όσοι μπορούν, ιδίως οι καλύτεροι, οι ανθεκτικότεροι και οι προσαρμοστικότεροι, τα μαζεύουν και εγκαταλείπουν τη χώρα οριστικά.

Η ανεργία και η εργασιακή επισφάλεια, που τείνει να μετατραπεί σε κανονικότητα, αποτελεί μια συνθήκη που πλήττει τον πυρήνα της αξιοπρέπειας του ανθρώπου και οδηγεί στην αποδοχή της αδήλωτης, της επισφαλούς, της υποαμειβόμενης ή ακόμη και της επικίνδυνης εργασίας. Η επαναλαμβανόμενη μετάβαση από την απελπισία του ανέργου στην οδύνη του επισφαλώς εργαζόμενου προσβάλλει την προσωπικότητα των νέων ανθρώπων, με σύνθετες επιπτώσεις στις αντιλήψεις τους για την αγορά εργασίας, το εκπαιδευτικό σύστημα και την πολιτική τάξη. Η επίμονη εργασιακή επισφάλεια και η συνακόλουθη κοινωνική ευαλωτότητα των εργαζόμενων προκαλούν μία μείζονα κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς, επηρεάζοντας ταυτόχρονα τη δημογραφική και την πολιτική τους συμπεριφορά.

Σε ένα ακραία δύσοσμο πολιτικό περιβάλλον, όπου η απαξίωση των θεσμών και της πολιτικής τάξης αποτελεί κοινό τόπο, το κύριο πρόβλημα δεν εντοπίζεται στη διάψευση προσδοκιών, αφού οι προσδοκίες ούτως ή άλλως έχουν συρρικνωθεί στην επιβίωση, αλλά στην εκ των προτέρων απόρριψη της δυνατότητας μιας εναλλακτικής διαδρομής. Είτε αυτό αποκληθεί απουσία οράματος, είτε συστημική απαισιοδοξία, είτε κατάργηση της ελπίδας, για τους νέους ανθρώπους πρόκειται για το επικινδυνότερο πεδίο αναφοράς.

Για μια πολιτεία το έσχατο όριο της χρεοκοπίας συνίσταται στην περιφρόνηση προς τις νεότερες γενιές. Η Ελλάδα πεθαίνει κι εμείς των παλιότερων γενιών, που μεγαλώσαμε σε καλύτερες εποχές και «βολευτήκαμε», κοιτάζουμε τα τρένα να περνούν, τα σκάνδαλά να πληθαίνουν, τις δικογραφίες να πηγαινοέρχονται στη Βουλή και την καθημερινότητα να γίνεται κάθε μέρα πιο θλιβερή σε μία γηράσκουσα κοινωνία, μια παρακμιακή πολιτεία. Αυτό που δεν έχουμε όμως δικαίωμα να κάνουμε είναι να κλείνουμε τα μάτια, να σφυρίζουμε αδιάφορα και να συνεχίζουμε τις ζωές μας σαν να μην συμβαίνει τίποτα.