ΤΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

Εφημερίδα “ΕΘΝΟΣ”, 6/10/2009

Η απερχόμενη κυβέρνηση απέφυγε να αντιμετωπίσει, με βάση ένα συνεκτικό σχέδιο, χρόνιες παθογένειες του ελληνικού κράτους και της οικονομίας. Απέτυχε επίσης να εμπνεύσει και να οργανώσει συλλογικές μορφές λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Οι περίφημες «μεταρρυθμίσεις» υπήρξαν μια διαρκώς αναβαλλόμενη φούσκα, που συγκάλυπτε επικοινωνιακά την απραξία, τον κομματισμό και τη διαφθορά. Πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό στη Δημόσια Διοίκηση παρέμεινε αναξιοποίητο εξαιτίας πολιτικών διωγμών. Το επιστημονικό προσωπικό και οι ερευνητικοί οργανισμοί που θα μπορούσαν να εισφέρουν τεχνοκρατική υποστήριξη στο κυβερνητικό έργο υποκαταστάθηκαν από κομματικά στελέχη ή εταιρείες-συμβούλους με αμφίβολη τεχνογνωσία και σκοτεινές διασυνδέσεις. Οι πολιτικές επιλογές αξιολογούνταν με κριτήριο το κομματικό συμφέρον και τη διάκριση μεταξύ «ημετέρων» και «άλλων», παραβιάζοντας τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου.
Έπειτα από πεντέμισι χρόνια κυβερνητικής αδράνειας και εν μέσω οικονομικής κρίσης, με διογκούμενες κοινωνικές προεκτάσεις, η νέα κυβέρνηση δεν διαθέτει πλέον χρονικά περιθώρια περισυλλογής και επεξεργασίας των επιβεβλημένων αποφάσεων. Πολιτικοί σχηματισμοί, επαγγελματικοί φορείς και εμπειρογνώμονες συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι περαιτέρω καθυστερήσεις σε τομείς όπως η Δημόσια Διοίκηση, η εκπαιδευτική πολιτική, το σύστημα υγείας, το ασφαλιστικό και, ιδίως, η οικονομική και φορολογική πολιτική, θα συνεπάγονταν την κατάρρευση κεντρικών πυλώνων της ελληνικής πολιτείας.
Όμως τη σημαντικότερη πρόκληση συνιστά σήμερα ο τρόπος λήψης των πολιτικών αποφάσεων καθαυτός και η διαδικασία νομιμοποίησής τους. Η αναζωογόνηση του κράτους και της οικονομίας προϋποθέτουν την ανάκτηση της εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς το πολιτικό σύστημα. Οι έρευνες κοινής γνώμης τα τελευταία χρόνια αναδεικνύουν μία διαρκώς αυξανόμενη απαξίωση των πολιτικών κομμάτων και άμεσων οργάνων του κράτους όπως η Βουλή, η κυβέρνηση και η Δικαιοσύνη. Η αναξιοπιστία των θεσμών και της πολιτικής μετατρέπει τις κυβερνήσεις σε έρμαια συντεχνιακών συμφερόντων και άδηλων κέντρων εξουσίας.
Απαιτείται, λοιπόν, η συγκρότηση μιας νέας συλλογικότητας σε όλα τα επίπεδα άσκησης της πολιτικής εξουσίας, ξεκινώντας από την ίδια την κυβέρνηση, ως συλλογικό όργανο, όπου, κατά το Σύνταγμα, πρέπει να διεξάγεται διάλογος και όχι να επικυρώνονται αποφάσεις που έχει ήδη λάβει ο εκάστοτε πρωθυπουργός-ηγεμόνας με έναν κλειστό, άτυπο κύκλο συμβούλων. Πολύ περισσότερο, κρίνεται αναγκαία η αναβάθμιση της λειτουργίας της Βουλής, ως του κορυφαίου πεδίου δημόσιας διαβούλευσης, ελέγχου της εξουσίας και δημοκρατικής νομιμοποίησης. Αναγκαία είναι, εξάλλου, η οργάνωση μιας νέας συλλογικότητας σε όλα τα επίπεδα της νομοθετικής παραγωγής, με διαδικασίες ανοιχτής διαβούλευσης, καθώς και ένας νέος ρόλος για την τοπική αυτοδιοίκηση, ως τον εγγύτερο προς τον πολίτη κρατικό μηχανισμό. Απαιτείται, τέλος, μια νέα κουλτούρα διαπραγμάτευσης σε όλα τα πεδία όπου προϋπόθεση για τη λήψη απόφασης αποτελεί η σύνθεση αντιλήψεων και συμφερόντων, όπως στις εργασιακές σχέσεις και στα πανεπιστήμια.
Μόνο σε ένα πλαίσιο συλλογικής λειτουργίας θα καταστεί εφικτή η επίτευξη τομών στο κράτος και την οικονομία, που όχι μόνο θα σχεδιαστούν και θα θεσπιστούν, αλλά και θα εφαρμοστούν αποτελεσματικά. Άλλωστε, αυτή ακριβώς η νέα συλλογικότητα συνιστά τον πυρήνα της έννοιας της συμμετοχικής δημοκρατίας, την οποία οραματίζεται ο νέος πρωθυπουργός.